Pål Steigan, 14 Ιανουαρίου 2026
Το Ιράν διαθέτει έναν από τους αρχαιότερους συνεχείς πολιτισμούς παγκοσμίως και ως χώρα δεν υπήρξε ποτέ αποικία. Ο ιρανικός/περσικός πολιτισμός είναι εξαιρετικά σύνθετος και πλούσιος, ενώ το επίπεδο εκπαίδευσης στο Ιράν είναι το υψηλότερο στην ευρύτερη περιοχή. Η εικόνα που προβάλλεται για το Ιράν στα νορβηγικά μέσα ενημέρωσης είναι τόσο χονδροειδώς παραμορφωμένη και στερείται σε τέτοιο βαθμό γνώσης και βάθους, ώστε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί καρικατούρα.
…Έχω επισκεφθεί το Ιράν τρεις φορές με σκοπό τη μελέτη της κοινωνίας και έχω συντάξει τρεις εκθέσεις βασισμένες σε αυτά τα ταξίδια. Δεν γνωρίζω φαρσί[1], γεγονός που περιορίζει το βάθος στο οποίο μπορούν να φτάσουν οι έρευνές μου, αλλά ωστόσο επιχείρησα να κατανοήσω την κοινωνική, πολιτική και οικονομική δομή της χώρας.[2]
Από την εποχή της επανάστασης και έπειτα, η πολιτική ζωή στο Ιράν έχει διαιρεθεί ανάμεσα σε μια αριστερά που επιδιώκει εκτενέστερες κρατικές παρεμβάσεις, μεγαλύτερο βαθμό εθνικοποίησης και την ενίσχυση ενός κράτους πρόνοιας, και σε μια δεξιά με ισχυρή στήριξη στο κλήρο και στους παραδοσιακούς εμπόρους[3] —τους εμπόρους των παζαριών— η οποία υπερασπίζεται την ιδιωτική ιδιοκτησία και επιμένει στην ιδιωτικοποίηση. Και οι δύο αυτές τάσεις υπήρξαν αντίθετες στις δυτικές τραπεζικές πρακτικές. Ο Αγιατολάχ Χομεϊνί δεν έλαβε σαφή θέση σε αυτή τη σύγκρουση· ωστόσο, κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Ιράκ[4], η ανάγκη για ισχυρότερη κρατική παρέμβαση κατέστη επιτακτική, γεγονός που στην πράξη οδήγησε στη δημιουργία κρατικών μονοπωλίων στους τομείς της τραπεζικής, των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και του εξωτερικού εμπορίου.
Σήμερα το Ιράν εφαρμόζει ένα σύστημα πενταετών σχεδίων, τα οποία καθορίζουν το γενικό πλαίσιο της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας. Υπό αυτή την έννοια, το Ιράν διαθέτει μια μορφή σχεδιασμένης οικονομίας, με προφανή ιστορική έμπνευση από τη Σοβιετική Ένωση. Αντίστοιχα, αντιμετωπίζει και ορισμένα από τα προβλήματα που χαρακτήριζαν τη σοβιετική σχεδιασμένη οικονομία: έλλειψη δυναμισμού, ελλείψεις σε επιμέρους τομείς, περιορισμένη καινοτομία κ.ά. Η χώρα ισχυρίζεται επίσης ότι διαθέτει ισλαμική οικονομία, όρος του οποίου το ακριβές περιεχόμενο παραμένει ασαφές. Το βασικότερο χαρακτηριστικό που υποτίθεται ότι προσδίδει στην οικονομία αυτόν τον χαρακτήρα είναι η απαγόρευση του τόκου/επιτοκίου. Ωστόσο, στην πράξη αυτό έχει οδηγήσει στο φαινόμενο οι πιστωτές, αντί να εισπράττουν τόκο, να εξασφαλίζουν μερίδιο ιδιοκτησίας στις επιχειρήσεις των δανειοληπτών. Ως αποτέλεσμα, το ιρανικό τραπεζικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα κατέχει σημαντικά περιουσιακά στοιχεία σε μορφή κεφαλαίου, και το χρηματοπιστωτικό σύστημα ελέγχεται από τους μουλάδες[5] και τους συμμάχους τους.
Το Ιράν διαθέτει εκτεταμένη υποδομή για τη μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου. Το δίκτυο αγωγών εκτείνεται σε όλη τη χώρα και συνδέει τα πετρελαϊκά κοιτάσματα τόσο με τα μεγαλύτερα πληθυσμιακά κέντρα όσο και με το λιμάνι εξαγωγών στο Χαρκ (Kharq), στον Περσικό Κόλπο, καθώς και με σημεία διακίνησης προς την Τουρκία και την Αρμενία.
Το Ιράν διαθέτει τα δεύτερα μεγαλύτερα γνωστά αποθέματα φυσικού αερίου[6] στον κόσμο, μετά τη Ρωσία. Τα αποθέματα αυτά αντιστοιχούν στο 16–18% των παγκοσμίως γνωστών αποθεμάτων.
Ο έλεγχος του πλούτου που παράγεται από αυτή την εκμετάλλευση βρίσκεται εξ ολοκλήρου στα χέρια του Ανώτατου Ηγέτη, ο οποίος, με τον τρόπο αυτό, ελέγχει τα οικονομικά θεμέλια της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Ο Ανώτατος Ηγέτης εγκρίνει τον κρατικό προϋπολογισμό και είναι ο ανώτατος διοικητής όλων των ενόπλων δυνάμεων.
Τα επαναστατικά ιδρύματα
Αμέσως μετά τον Ανώτατο Ηγέτη, τα σημαντικότερα κέντρα εξουσίας στο Ιράν είναι τα δίκτυα που συγκροτούνται γύρω από τα παζάρια και τα τεμένη, καθώς και ολόκληρο το πλέγμα ιδρυμάτων, εταιρειών, οργανώσεων και ιερατικών σχολών που τα περιβάλλει. Τα «επαναστατικά ιδρύματα» έχουν εξελιχθεί σε επιχειρηματικές αυτοκρατορίες με πανεθνική —και σε ορισμένες περιπτώσεις διεθνή— εμβέλεια.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Ίδρυμα για τους Φτωχούς, Bonyad-e Mostazafan, το οποίο, σύμφωνα με ορισμένους παρατηρητές, ελέγχει περιουσιακά στοιχεία αξίας άνω των 400 δισ. δολαρίων (το ποσό αυτό είναι εξαιρετικά αβέβαιο). Στην πράξη, πρόκειται για τη δεύτερη μεγαλύτερη εταιρεία του Ιράν, μετά τη NIOC (National Iranian Oil Company). Το ίδρυμα κατέχει τράπεζες, εργοστάσια, ξενοδοχεία και σειρά ακινήτων, μεταξύ άλλων στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 2025 αναφέρεται ότι το ίδρυμα διαθέτει συμμετοχές σε εταιρείες σε αρκετές δεκάδες χώρες.
Το ιερατείο ως τάξη
Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, τα επαναστατικά ιδρύματα και οι θυγατρικές τους ελέγχουν περίπου το 70% της ιρανικής οικονομίας, εξαιρουμένων της γεωργίας και των κρατικών βιομηχανικών επιχειρήσεων. Δεδομένου ότι σπάνια δημοσιοποιούν οικονομικά στοιχεία και ότι πολλές από τις μεταξύ τους διασυνδέσεις λειτουργούν στο παρασκήνιο, είναι προφανώς δύσκολο να διατυπωθεί απολύτως ακριβής αποτίμηση. Ωστόσο, το ποσοστό αυτό θεωρείται ενδεικτικό της πραγματικής κλίμακας της επιρροής τους και υπογραμμίζει το γεγονός ότι το ιερατείο και οι σύμμαχοί του συγκροτούν μια οικονομικά κυρίαρχη τάξη, και όχι απλώς ένα ιδεολογικά κυρίαρχο στρώμα.
Τα ιδρύματα αυτά συνδέονται με τους παραδοσιακούς εμπόρους μέσω του Ισλαμικού Συμβούλιου[7], στο οποίο ο επικεφαλής διατηρεί επιχειρηματική συνεργασία με τον Ανώτατο Ηγέτη.
Οι Φρουροί της Επανάστασης (IRGC – Islamic
Revolutionary Guard Corps) περιγράφονται συχνά ως ένα «κράτος εν κράτει»
—μια παράλληλη δομή εξουσίας που λειτουργεί ανεξάρτητα από την κυβέρνηση,
υπάγεται απευθείας στον Αγιατολάχ Χαμενεΐ και ασκεί τεράστια οικονομική,
στρατιωτική και πολιτική επιρροή. Έχουν οικοδομήσει μια τεράστια οικονομική
αυτοκρατορία μέσω θυγατρικών εταιρειών, μονοπωλιακών θέσεων και παράκαμψης των
κυρώσεων, ιδίως μέσω του βασικού κατασκευαστικού τους βραχίονα, του Khatam
al-Anbiya Construction Headquarters (γνωστού και ως Khatam al-Anbia
ή GHORB).
Σύμφωνα με εκτιμήσεις δυτικών αναλυτών, οι Φρουροί της Επανάστασης ελέγχουν
μεταξύ 20% και 50% της οικονομίας.
Το Khatam al-Anbiya αποτελεί την «οικονομική καρδιά» των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC — Islamic Revolutionary Guard Corps), μια γιγαντιαία κρατική εταιρεία συμμετοχών (holding) με περισσότερες από 800 καταγεγραμμένες εταιρείες. Οι δραστηριότητές της κυριαρχούν σε πολλούς τομείς, μεταξύ των οποίων:
· Πετρέλαιο και φυσικό αέριο (π.χ. το πεδίο South Pars, αγωγοί).
· Υποδομές (οδικά έργα, φράγματα, σήραγγες, λιμάνια).
· Τηλεπικοινωνίες.
· Μεταλλεία, αυτοκινητοβιομηχανία, ναυτιλία, τράπεζες και άλλους τομείς.
Η διαρκής κυριαρχία του καπιταλισμού του ισλαμικού θρησκευτικού κατεστημένου[8]
Αυτός ο «καπιταλισμός του ισλαμικού θρησκευτικού κατεστημένου» συνεχίζει να κυριαρχεί έως σήμερα.
Το ιερατείο και οι Φρουροί της Επανάστασης (IRGC) λειτουργούν ως ένα είδος μεταπρατικής αστικής τάξης με θρησκευτική νομιμοποίηση —εκμεταλλεύονται τα έσοδα από το πετρέλαιο, τα μονοπώλια στις εισαγωγές και τις επιδοτήσεις για να πλουτίζουν οι ίδιοι και οι σύμμαχοί τους, ενώ ταυτόχρονα καταστέλλουν την ανεξάρτητη δράση των σωματείων και τους εργατικούς αγώνες.
Δημιουργείται έτσι ένα υβριδικό σύστημα, στο οποίο:
Η θρησκευτική ιδεολογία χρησιμοποιείται για να νομιμοποιήσει την οικονομική κυριαρχία (π.χ. τα bonyads[9], που εμφανίζονται ως «φιλανθρωπικά» ιδρύματα, αλλά στην πραγματικότητα ασκούν εμπορική δραστηριότητα χωρίς φορολογία και εποπτεία).
Η καπιταλιστική λογική εφαρμόζεται πλήρως για την ελίτ (ιδιωτικοποιήσεις που καταλήγουν σε επιχειρηματίες προσκείμενους στο καθεστώς, διαφθορά, νεποτισμός[10]).
Η εργατική τάξη κρατιέται σε υποταγή μέσω καταστολής και λαϊκιστικής ρητορικής (επιδοτήσεις, αντιιμπεριαλιστική προπαγάνδα), ενώ, παρά την όποια φαινομενική στήριξη, δεν διαθέτει ουσιαστική πολιτική ή οικονομική δύναμη.
Από το 2004, αυτό το σύστημα έχει γίνει ακόμη πιο ακραίο: οι κυρώσεις ενίσχυσαν την εσωτερική συγκέντρωση της οικονομίας, καθώς οι Φρουροί της Επανάστασης (IRGC) επέκτειναν περαιτέρω την οικονομική τους κυριαρχία μέσω λαθρεμπορίου και παράλληλων εισαγωγών. Με αυτόν τον τρόπο, οι κυρώσεις όχι μόνο ενίσχυσαν, αλλά και επιδείνωσαν τη λειτουργία του συστήματος[11].
Τα bonyads (θρησκευτικά ιδρύματα ή «ιδρύματα» στα περσικά) διαδραματίζουν σήμερα (Ιανουάριος 2026) ακόμη πιο κεντρικό και αμφιλεγόμενο ρόλο στην ιρανική οικονομία σε σχέση με το 2004, όταν τα ανέλυσα για πρώτη φορά. Έχουν εξελιχθεί σε τεράστιες, ανεξάρτητες οικονομικές αυτοκρατορίες που λειτουργούν εκτός του κανονικού κρατικού ελέγχου, χωρίς φορολογία και χωρίς λογιστικό έλεγχο, υπαγόμενες απευθείας στον Αγιατολάχ Χαμενεΐ (Ανώτατο Ηγέτη).
Αυτό τα καθιστά βασικό στοιχείο αυτού που ονόμασα «καπιταλισμό του ισλαμικού θρησκευτικού κατεστημένου»: μια συγχώνευση θεοκρατικής εξουσίας και καπιταλιστικής συσσώρευσης, όπου το ιερατείο και τα συνδεδεμένα δίκτυά του (ιδιαίτερα οι Φρουροί της Επανάστασης – IRGC) ελέγχουν μεγάλα τμήματα του πλούτου.
Το σύστημα χρειάζεται τόσο μεταρρύθμιση όσο και επανάσταση, αλλά αυτή πρέπει να προέλθει από το εσωτερικό
Οι Ιρανοί, ή Πέρσες όπως πολλοί τους αποκαλούν, είναι ένας υπερήφανος λαός με απίστευτα πλούσια και σύνθετη κουλτούρα. Δεν μου δόθηκε η εντύπωση ότι είναι ιδιαίτερα θρησκευόμενοι. Πολλοί θεωρούν το Ισλάμ ως μια θρησκεία κατακτητών, σε μια κατάκτηση που ξεκίνησε από τον 7ο αιώνα[12]. Το Ισλάμ λειτουργεί περισσότερο ως κρατική ιδεολογία και εργαλείο διακυβέρνησης, ενώ οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες είναι αυτές που δίνουν την πραγματική εικόνα της κοινωνίας.
Είναι προφανές ότι η μεταρρύθμιση ή η επανάσταση σε ένα τόσο περίπλοκο και συμπλεγμένο σύστημα πρέπει να προέλθει από το εσωτερικό. Οποιαδήποτε προσπάθεια επιβολής αλλαγών από το εξωτερικό θα οδηγήσει μόνο σε καταστροφή και θα πλήξει κυρίως εκείνους που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη για αλλαγή.
Και αν υπάρχει κάτι που οι υπερήφανοι Ιρανοί δεν ανέχονται, αυτό είναι οι προσπάθειες να τους επιβληθεί η διακυβέρνηση της χώρας από το εξωτερικό. Γι’ αυτό και ο λαός, σε μεγάλο βαθμό, υποστηρίζει την κυβέρνηση ακόμη και αν είναι εξοργισμένος με τους μουλάδες. Όσο μεγαλύτερη είναι η ξένη ανάμειξη, τόσο μεγαλύτερη είναι και η υποστήριξη προς το καθεστώς. Τουλάχιστον, αυτός ήταν ο κανόνας μέχρι σήμερα.
Σημειώσεις
*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις 14 Ιανουαρίου 2026 στην ιστοσελίδα steigan.no με τίτλο «Mullakapitalisme og geopolitikk» στη διεύθυνση … https://steigan.no/2026/01/mullakapitalisme-og-geopolitikk/
Ο Pål Steigan (γεν. 1949) έχει ασχοληθεί σχεδόν όλη του τη ζωή με τη δημοσιογραφία και τα μέσα ενημέρωσης. Το 1967 ήταν αρχισυντάκτης του Ungsosialisten και το 1968 συμμετείχε στην ίδρυση της εφημερίδας Klassekampen. Το 1970 συνέβαλε στην ίδρυση του εκδοτικού οίκου Oktober, όπου υπηρέτησε και ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου. Ήταν επίσης ιδρυτής και πρώτος αρχισυντάκτης του περιοδικού Røde Fane (νυν Gnist). Από το 1985 έως το 1999 εργάστηκε ως συντάκτης εγκυκλοπαιδειών στην Cappelens Forlag, εκδίδοντας μεταξύ άλλων την πρώτη ευρωπαϊκή εγκυκλοπαίδεια σε CD-ROM και την ηλεκτρονική έκδοση του CAPLEX το 1997. Δημιούργησε το ιστολόγιο steigan.no, το οποίο αργότερα μετατράπηκε σε διαδικτυακή εφημερίδα μέσω της εταιρείας Mot Dag AS. Ήταν πρόεδρος του AKP(m-l), (Arbeidernes Kommunistparti (marxist-leninistene) μεταξύ 1975 και 1984 και έχει γράψει αρκετά βιβλία, συμπεριλαμβανομένης της αυτοβιογραφίας του En folkefiende (2013).
Τη μετάφραση (με τη βοήθεια Τ.Ν.) από τα νορβηγικά, για λογαριασμό των Αντιγειτονιών, έκανε ο Κ.Καψ.
Η δημοσίευση δεν συνιστά απαραίτητα και συμφωνία με τις απόψεις που διατυπώνονται.
Παραπομπές
[1] ΣτΜ. Τα φαρσί (fārsī) είναι η σύγχρονη μορφή της περσικής γλώσσας και αποτελούν την επίσημη γλώσσα του Ιράν. Δεν είναι αραβικά. Παρότι γράφονται με αραβική γραφή και περιέχουν πολλές αραβικές λέξεις, πρόκειται για διαφορετική γλώσσα, διαφορετική γραμματική και διαφορετική ιστορική καταγωγή. Μία από τις αρχαιότερες συνεχώς χρησιμοποιούμενες γλώσσες στον κόσμο με τεράστια λογοτεχνική παράδοση.
[2] Το 2004, δημοσίευσα το φυλλάδιο με τίτλο “Iran – mullakapital og geopolitikk”, όπου προσπαθώ να περιγράψω ολόκληρο τον ιδιόμορφο κοινωνικό σχηματισμό του Ιράν.
https://steigan.no/2009/08/iran-mullakapital-og-geopolitikk/
ΣτΜ. Ελεύθερη απόδοση του τίτλου στα ελληνικά: «Ιράν - Το οικονομικό κεφάλαιο που ελέγχεται από το ισλαμικό θρησκευτικό κατεστημένο και η γεωπολιτική».
[3] ΣτΜ. basariene := (bāzārīs), «έμποροι της αγοράς», «παραδοσιακοί έμποροι». Ο όρος αναφέρεται στους επαγγελματίες εμπόρους και επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στις παραδοσιακές αγορές (bazar) του Ιράν. Η παραδοσιακή εμπορική και οικονομική ελίτ της Ιρανικής κοινωνίας, με σημαντική κοινωνική, οικονομική και πολιτική επιρροή, ιδιαίτερα όταν συνεργάζονται με το ιερατείο ή τα επαναστατικά ιδρύματα.
[4] ΣτΜ. Το Ιράκ εισέβαλε στο Ιράν τον Σεπτέμβριο του 1980, ξεκινώντας έναν πόλεμο που διήρκεσε μέχρι το 1988.
[5] ΣτΜ. Ο μουλάς (από το αραβικό mawlā / περσικό mullā) είναι ένας ισλαμικός μορφωμένος θρησκευτικός λόγιος. Έχει σπουδάσει το Κοράνι, το ισλαμικό δίκαιο (σαρία) και τη θεολογία. Διδάσκει, κηρύττει, ή ερμηνεύει τον νόμο (νομοδιδάσκαλος) και καθοδηγεί την κοινότητα σε θρησκευτικά ζητήματα. Μπορεί να τελεί θρησκευτικές τελετές (γάμους, κηδείες κ.λπ.), αλλά δεν είναι «ιερέας» με την έννοια που υπάρχει στον Χριστιανισμό. Δεν υπάρχει «ανώτερος» που του δίνει εξουσία. Η επιρροή του βασίζεται στη γνώση και στον σεβασμό της κοινότητας.
Ο μουλάς μοιάζει περισσότερο με θεολόγο/διδάσκαλο παρά με παπά. Ωστόσο, ο ρόλος του μουλά διαφέρει ανά χώρα και παράδοση. Στο Σιιτικό Ισλάμ (π.χ. Ιράν) οι μουλάδες συχνά έχουν μεγαλύτερη κοινωνική και πολιτική επιρροή, εξουσία, και υπάρχουν βαθμίδες: Μουλάς (βασικό επίπεδο), Χοτζατουλισλάμ, Αγιατολάχ, Μεγάλος Αγιατολάχ.
[6] https://wanaen.com/iran-ranks-second-in-global-natural-gas-reserves-after-russia
[7] ΣτΜ. Det islamske koalisjonsråd := Το Ισλαμικό Συμβούλιο (Islamic Coalition Council) :≈ Με κάθε επιφύλαξη πιθανόν να αναφέρεται σε αυτό που αποδίδεται στα αγγλικά ως Islamic Coalition Party ή Islamic Coalition Association, ένα συντηρητικό πολιτικο-οικονομικό δίκτυο που συνδέει τους εμπόρους των ιρανικών bazar με το σιιτικό ιερατείο και αποτελεί βασικό πυλώνα της κοινωνικής και οικονομικής βάσης του θεοκρατικού καθεστώτος.
https://grokipedia.com/page/Islamic_Coalition_Party
[8] ΣτΜ. mullakapitalisme := καπιταλισμός των μουλάδων, καπιταλισμός του ισλαμικού θρησκευτικού κατεστημένου :≈ Ο όρος mullakapitalisme αναφέρεται στη διαπλοκή οικονομικής και πολιτικής ισχύος του ισλαμικού θρησκευτικού κατεστημένου στο Ιράν και δεν χρησιμοποιείται με υποτιμητική ή στερεοτυπική σημασία. Για τον λόγο αυτό επιλέγεται να αποδοθεί ως καπιταλισμός του ισλαμικού θρησκευτικού κατεστημένου.
[9] ΣτΜ. Κάποιες πληροφορίες
https://www.clingendael.org/publication/beyond-irgc-rise-irans-military-bonyad-complex
https://iari.site/2025/11/18/bonyads-the-opaque-world-of-irans-foundations/
https://en.wikipedia.org/wiki/Bonyad
https://en.wikipedia.org/wiki/Economy_of_Iran
[10] ΣτΜ. nepotisme := νεποτισμός :≈ Η εκμετάλλευση των δυνατοτήτων που δίνει σε κπ. η θέση που κατέχει, για να εξασφαλίσει σε συγγενείς και φίλους αξιώματα, δημόσιες θέσεις.
[11] ΣτΜ. Οι κυρώσεις αφενός ενίσχυσαν την ελίτ με περισσότερο μονοπώλιο και συγκέντρωση πλούτου και αφετέρου επέτειναν τα προβλήματα του συστήματος με φτώχεια, αδυναμία ελέγχου, στρεβλώσεις στην οικονομία.
[12] ΣτΜ. Πολλοί Ιρανοί δεν βιώνουν το Ισλάμ ως κεντρικό στοιχείο της καθημερινής τους ταυτότητας, αλλά ως ιστορική κληρονομιά που επιβλήθηκε κατά την αραβική κατάκτηση στα μέσα του 7ου αιώνα μ.Χ. Πριν το Ισλάμ η Περσία είχε αυτοκρατορίες (Αχαιμενίδες, Σασσανίδες), δική της θρησκεία (Ζωροαστρισμός), γλώσσα, διοίκηση, πολιτισμό. Στο πλαίσιο των αραβομουσουλμανικών κατακτήσεων η Περσία κατακτάται στρατιωτικά και εξισλαμίζεται σταδιακά όχι εξαρχής με συναίνεση.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου