*
Ομιλία του Στέφανου Χατζησάββα στην εκδήλωση των Αγωνιστικών Κινήσεων στην Θεσσαλονίκη που έγινε την Τετάρτη 15/11 για τα 50 χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου και την κατάληψη της Πολυτεχνικής ΘεσσαλονίκηςΚάθε 17 Νοέμβρη και πολύ περισσότερο σήμερα, αναδεικνύεται ένα ερώτημα:
Τιμάμε το Πολυτεχνείο του 73 σαν ένα ηρωικό, αλλά παρωχημένο, ιστορικό γεγονός που είναι καταχωνιασμένο στο μπαούλο της ιστορίας, ή σαν μια λαϊκή εξέγερση, ζωντανή ως προς το πολιτικό της περιεχόμενο, βάση και αναφορά για το λαϊκό και νεολαιίστικο κίνημα του σήμερα;
Αλλά, για να απαντήσουμε σ’ αυτό το ερώτημα πρέπει να πρώτα να απαντήσουμε τι πραγματικά ήταν το Πολυτεχνείο, και φυσικά να θέσουμε το πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε.
Το Πολυτεχνείο γίνεται σε μια περίοδο έντονων προβληματισμών μέσα στους κόλπους του χουντικού καθεστώτος, μέσα στα πλαίσια του παλιού αστικού πολιτικού προσωπικού (ΕΡΕ και ΕΚ) και κύκλων της μεγαλοαστικής τάξης της χώρας μας, και φυσικά στα υπερατλαντικά κέντρα στήριξης της δικτατορίας, δηλαδή στις ΗΠΑ.
Ποια ήταν τα ζητήματα: Ήδη από τις αρχές του 1972 παρουσιάζεται μια αφύπνιση του λαϊκού κινήματος, με μπροστάρηδες τους φοιτητές. Η παγκόσμια οικονομική κρίση που ξεσπά στις αρχές της δεκαετίας του 70 πλήττει με έντονο τρόπο την Ελλάδα, με αποτέλεσμα τη ραγδαία επιδείνωση της ζωής του λαού και την αύξηση της δυσαρέσκειας. Τα ζητήματα της Κύπρου αλλά και των ελληνοτουρκικών σχέσεων και αντιθέσεων συνεχίζουν να αποτελούν σοβαρές δυσεπίλυτες προκλήσεις. Από την άλλη το καθεστώς δεν είχε καταφέρει να κερδίσει μια κάποιου είδους πλατειά λαϊκή αποδοχή, ούτε μπόρεσε να αποκτήσει ανοιχτή και μαζική πολιτική βάση στήριξης, ή να δημιουργήσει ένα νέο πολιτικό προσωπικό που υποτίθεται ότι θα αντικαθιστούσε τον φθαρμένο προδικτατορικό πολιτικό κόσμο. Παράλληλα οι διαιρέσεις και ομαδοποιήσεις εντός του καθεστώτος άρχισαν να παίρνουν διαστάσεις και να εκδηλώνονται. Τέλος οι αντιθέσεις ανάμεσα στους αμερικάνους και τις δυτικοευρωπαϊκές δυνάμεις κλιμακώθηκαν με τους ευρωπαίους να πιέζουν διεκδικώντας το δικό τους μερτικό στη χώρα.
Η απάντηση σε όλα αυτά επιχειρήθηκε να δοθεί με τη λεγόμενη «φιλελευθεροποίηση» και την ελεγχόμενη πολιτικοποίηση της χούντας μέσω εκλογών. Επαναφέρεται στο προσκήνιο το Σύνταγμα του 1968, που είχε μείνει ανενεργό, και προχωράει η αναθεώρηση του, μέσω δημοψηφίσματος που γίνεται το καλοκαίρι του 1973, που καταργεί τη Βασιλεία. Ο Παπαδόπουλος ανακηρύσσεται Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ύστερα από συστηματικές διαπραγματεύσεις διορίζει Πρωθυπουργό τον παλιό πολιτικό Μαρκεζίνη, με εντολή να προκηρύξει εκλογές. Φυσικά με τους όρους που έθετε το χουντικό καθεστώς, το οποίο μ’ αυτό τον τρόπο επεδίωκε τη μακροημέρευση του μέσα από έναν κοινοβουλευτικό μανδύα. Αυτή ήταν και η επιδίωξη των αμερικάνων. Οι παλαιοί αστοί πολιτικοί κρατούν στάση αναμονής, το ΚΚΕεσ δηλώνει συμμετοχή στις εκλογές, το ΚΚΕ τοποθετείται αρνητικά, χωρίς όμως να απορρίπτει τη δυνατότητα αξιοποίησης τυχόν νόμιμων δυνατοτήτων, ενώ η ΟΜΛΕ και άλλες αριστερές οργανώσεις τις καταγγέλλουν και προπαγανδίζουν την αποχή.
Σε σχέση με το κίνημα. Έχουν αρχίσει αυτή την περίοδο εργατικές απεργίες με κύριο αίτημα τις αυξήσεις στους μισθούς και τα μεροκάματα, ξεσπούν κινητοποιήσεις σε αγροτικές περιοχές ενάντια σε απαλλοτριώσεις, ενώ αναπτύσσεται ραγδαία το μαζικό φοιτητικό κίνημα με κορυφαία έκφραση την κατάληψη της Νομικής. Τα κύρια ζητήματα που προβάλλονται από τους φοιτητές είναι η διεκδίκηση ελεύθερης πολιτικής και συνδικαλιστικής δράσης, η εναντίωση σε διώξεις, πειθαρχικά και αναστολή της αναβολής στράτευσης, και κάποια πιο φοιτητικά, όπως οι εξεταστικές και οι μεταφορές μαθημάτων. Σε όλα όμως δίνεται σαφές αντιδικτατορικό και αντιιμπεριαλιστικό περιεχόμενο. Για τη νεολαία και τον λαό η φιλελευθεροποίηση ήταν «ευκαιρία» επαφής με τις αριστερές και επαναστατικές ιδέες, «ευκαιρία» εκδήλωσης, αλλά και ανάπτυξης των αντιφασιστικών και αντιαμερικάνικων αισθημάτων και μετατροπής τους σε μαζικούς αγώνες. Μέσα σ’ αυτούς τους αγώνες, αλλά και μέσα από τη διαπάλη των δύο γραμμών που εξελισσόταν μέσα στο κίνημα συγκροτείται το αντιφασιστικό φοιτητικό κίνημα και φτάνει στο Νοέμβρη.
Και να τονίσουμε ένα πολύ σημαντικό ζήτημα όσον αφορά την εξέλιξη της πάλης των μαζών. Αν από τη μια πλευρά αυτή συγκροτείται στην αναμέτρησή της με τον αντίπαλο, από την άλλη παίρνει αυτά ή εκείνα τα χαρακτηριστικά ανάλογα με την εξέλιξη μιας άλλης αντιπαράθεσης, αυτής που πραγματοποιείται μέσα στους κόλπους της. Σε γενικές γραμμές, από την αντιπαράθεση της επαναστατικής με την συμβιβαστική, ρεφορμιστική κατεύθυνση.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση είχαμε από τη μια πλευρά τη γραμμή της ενότητας όλων των αντιδικτατορικών δυνάμεων, από τη ρεφορμιστική αριστερά ως τους δεξιούς πολιτικούς ακόμη και φιλοβασιλικούς, που περιόριζε τα αιτήματα πάλης σε φοιτητικό επίπεδο και επέλεγε ήπιες μορφές δράσης, όχι καταλήψεις, στο όνομα της κοινοβουλευτικής εκμετάλλευσης της χουντικής φιλελευθεροποίησης και της ομαλής μετάβασης σε ένα κοινοβουλευτικό καθεστώς. Αυτή η γραμμή με κάποιες διαφοροποιήσεις, εκφραζόταν από τα δύο ΚΚΕ και τις νεολαιίστικες οργανώσεις τους, ΚΝΕ/Αντι-ΕΦΕΕ και Ρήγα. Από την άλλη πλευρά ήταν η γραμμή που υποστήριζε την αυτόνομη αντιπαραθετική με το σύστημα συγκρότηση του κινήματος, του ανεβάσματος του αγώνα σε αντιφασιστική-αντιαμερικάνικη κατεύθυνση και της μαζικής σύγκρουσης με το καθεστώς, που εκφραζόταν από τις λεγόμενες αντιρεβιζιοντιστικές οργανώσεις (ΟΜΛΕ, ΕΚΚΕ, ΟΣΕ, Μπολσεβίκους κλπ) και ένα πλήθος ανένταχτων αγωνιστών που κινούνταν στο ίδιο πνεύμα και έπαιζαν σημαντικό ρόλο στο κίνημα.
Μέσα από αυτή τη συνεχή αντιπαράθεση και καθώς το φοιτητικό κίνημα μαζικοποιείται, βγαίνει στο δρόμο και παλεύει, ισχυροποιείται πολιτικά η επαναστατική γραμμή, παρά το ότι είναι πολυκερματισμένη και με περιορισμένες δυνάμεις, και γίνεται γραμμή πάλης του κινήματος. Αυτή η γραμμή είναι που οδηγεί στο Πολυτεχνείο και καθώς τελικά αγκαλιάζεται από πλατιές λαϊκές μάζες, εξελίσσεται σε πραγματική λαϊκή εξέγερση και αυτό θα έλεγα προσδιορίζει και περιλαμβάνει όλα του τα χαρακτηριστικά και τη σημασία του.
Μια εξέγερση που ήρθε σε ρήξη με το καθεστώς και επεδίωξε την ανατροπή του, ανεξάρτητα αν είχε τα πολιτικά, ιδεολογικά και οργανωτικά φόντα να το πετύχει. Την ανατροπή όχι της δικτατορίας απλώς και την επαναφορά του αστικού κοινοβουλευτισμού, αλλά μια πιο βαθειά ανατροπή που έθιγε τα θεμέλια του κοινωνικού καθεστώτος και του καθεστώτος της εξάρτησης, σίγουρα θολά και ανολοκλήρωτα, με απροσδιόριστη συνέχεια, πάντως σαν ένα πρώτο βήμα μιας νέας προοπτικής. Εμφορήθηκε και πρόβαλε την κατεύθυνση της αναμέτρησης, της σύγκρουσης και όχι της υποταγής στο ρεαλισμό της ομαλής διεξόδου. Και αυτό έγινε πράξη που αγκάλιασε πλατιές λαϊκές μάζες γιατί εξέφρασε τις πραγματικές τους ανάγκες και ελπίδες. Έγινε ποτάμι εκατοντάδων χιλιάδων που πλημμύρισε το κέντρο της Αθήνας, και πήρε πανελλαδικά χαρακτηριστικά με την εξάπλωση του στη Θεσσαλονίκη, την Πάτρα και τα Γιάννενα. Έστησε οδοφράγματα και έδωσε μάχες, με τα κλομπς, τα δακρυγόνα και τις σφαίρες, μέχρι και την επόμενη μέρα της εκκένωσης.
Και εδώ ανακύπτει ένα άλλο ερώτημα. Δικαιώθηκε ή όχι το Πολυτεχνείο, και με το δεδομένο ότι η εξέγερση πνίγηκε στο αίμα, η χούντα δεν έπεσε, αντίθετα ήρθε μια άλλη εκδοχή της, ο Ιωαννίδης, πιο σκληρή από την προηγούμενη.
Υπήρξαν φωνές μετέπειτα, αλλά και την περίοδο μετά το ματοκύλισμα του Πολυτεχνείου και την επιβολή της χούντας του Ιωαννίδη, τότε που ξαναγέμισαν οι φυλακές και τα κρατητήρια, τότε που οι αγωνιστές ξαναβγήκαν στην παρανομία και το κίνημα, φαινομενικά τουλάχιστον, τσακίστηκε, υπήρξαν λοιπόν φωνές που είπαν «να, δε σας τα λέγαμε»; Δεν έπρεπε να γίνει η κατάληψη, δεν ήταν ώριμες οι συνθήκες, έπρεπε να φύγουμε έγκαιρα, να μην προκαλέσουμε. Θεωρώ ότι αυτές τις φωνές, ήρθε να εκφράσει η γνωστή Πανσπουδαστική Νο8 με τους προβοκάτορες, αυτή τη γραμμή ήρθε να δικαιώσει. Τη γραμμή του «όχι κατάληψη - φοιτητικά αιτήματα – απαγκίστρωση», δηλαδή τη γραμμής της Αντι-ΕΦΕΕ-ΚΝΕ, αλλά και του Ρήγα, τη γραμμή του ΚΚΕ και του ΚΚΕεσ.
Αυτή βέβαια είναι μια κοντόθωρη και οπορτουνιστική θεώρηση. Γιατί το Πολυτεχνείο δικαιώθηκε, με βάση τα αποτελέσματα που παρήγαγε στην πραγματική ζωή των λαϊκών μαζών. Αν δεν έφτασε να ολοκληρώσει αυτή τη δικαίωση, αυτό είναι άλλου επιπέδου ζήτημα.
Δικαιώθηκε, πρώτα και κύρια γιατί δεν υπέταξε το κίνημα ούτε στις επιλογές της χούντας, ούτε στα δεδομένα και τη γραμμή τις αστικής αντιπολίτευσης, ούτε στις αυταπάτες του ρεφορμισμού. Το όρθωσε απέναντι συνολικά το σύστημα, αυτόνομο και ανεξάρτητο, αναδεικνύοντας ένα περιεχόμενο αναμέτρησης και σύγκρουσης, επιβεβαιώνοντας και επαναθεμελιώνοντας την ηθική και πολιτική υπεροχή της αριστεράς.
Βρήκε τη δικαίωση του στο λαϊκό, εργατικό και φοιτητικό κίνημα της μεταπολίτευσης, με το αντιφασιστικό αντιιμπεριαλιστικό του περιεχόμενο, τη δυναμική, την αγωνιστικότητα και την ορμή με την οποία βγήκε από τη δικτατορία, τους ταξικούς αγώνες και τον ανεξάρτητο μαχητικό εργοστασιακό συνδικαλισμό, «προίκα» όλα αυτά του πολυτεχνείου, που είχαν σα συνέπεια σοβαρές κατακτήσεις σε όλα τα επίπεδα.
Δικαιώθηκε γιατί κατέρριψε το μύθο της παντοδύναμης χούντας και στη θέση του έβαλε την πραγματικότητα της λαϊκής δύναμης, που είναι ικανή, όταν συνειδητοποιείται και εκφράζεται μαζικά να τρομοκρατήσει τους τρομοκράτες.
Δικαιώθηκε γιατί σκόρπισε στον άνεμο την απόπειρα της δικτατορίας και των πατρώνων της, του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, να προχωρήσουν σε έναν κατ’ όνομα πολιτικό μετασχηματισμό, με κάλπικες εκλογές και φιλελευθεροποίηση, στην ουσία για διαιώνιση του φασιστικού καθεστώτος και της αμερικανοκρατίας με κοινοβουλευτικό φερετζέ.
Δικαιώθηκε γιατί όξυνε τις αντιθέσεις και τα αδιέξοδα του καθεστώτος, δίνοντας το εναρκτήριο λάκτισμα για την κατάρρευσή του λίγους μήνες αργότερα με την τραγωδία της Κύπρου.
Μ’ αυτά τα χαρακτηριστικά το Πολυτεχνείο συνεχίζει να δικαιώνεται και σήμερα με την αίγλη που ασκεί απέναντι στη νεολαία και τους αγώνες της, το ζωντανό σπέρμα του που συνεχίζει να βλασταίνει, το φως του που συνεχίζει να καίει. Βέβαια αυτό το φως έχει αρκετά χαμηλώσει στις μέρες μας, δεν έχει ξεθωριάσει, απλώς έπεσε η λάμψη του. Φρόντισαν γι αυτό οι ρεφορμιστικές αυταπάτες, που άλλοτε αναζητούσαν τη διέξοδο στις δυνάμεις της αλλαγής του ΠΑΣΟΚ, άλλοτε στις συγκυβερνήσεις με τον Μητσοτάκη, και πιο πρόσφατα, η άλλη πλευρά, στην κυβερνώσα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ, μέχρι τη σημερινή κατάντια Κασσελάκη. Όμως παρ’ όλα αυτά, ας μη ξεχνάμε, μία σπίθα μπορεί να κάψει τον κάμπο, και η σπίθα του Πολυτεχνείου, δεν πρόκειται να σβήσει. Γιατί υπάρχει η βαρβαρότητα του συστήματος που την τροφοδοτεί με καύσιμο υλικό, όπως τροφοδοτεί και το κίνημα με νέους αγωνιστές, που συντηρούν αυτή τη σπίθα και τη μεταλαμπαδεύουν.
Να αναφερθώ και σε ένα τελευταίο ζήτημα, το ζήτημα της «αυθόρμητης κατάληψης», για το οποίο έχει γίνει πολλή συζήτηση. Από κάποιες πλευρές για να κρυφτεί η πλήρης απουσία και αντίθεση της αστικής αντιπολίτευσης, από άλλες για να κρυφτεί η υπονομευτική στάση των ρεφορμιστών (όταν δεν γίνεται καπηλεία) και από τρίτες για να απορριφθεί η αναγκαιότητα των οργανώσεων (αυτονομία). Κάποια πράγματα είπα πιο πάνω, αλλά ας γίνω πιο συγκεκριμένος.
Είναι γεγονός ότι καμία οργάνωση δεν είχε και δεν μπορούσε να έχει έναν λίγο πολύ συγκεκριμένο πολιτικό προγραμματισμό που να περιέχει ή να οδηγεί στην κατάληψη. Παράλληλα, ενώ τα γεγονότα έτρεχαν πολύ γρήγορα ανεβάζοντας τις αγωνιστικές διαθέσεις του λαού και της νεολαίας, η ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική συγκρότηση του υποκειμένου υπολειπόταν σημαντικά.
Η ρεφορμιστική αριστερά προσπαθούσε να χαλιναγωγήσει και να εντάξει στους δικούς της (κοινοβουλευτικούς) σχεδιασμούς τους αγώνες που αναπτύσσονταν. Σε αντίθετη κατεύθυνση, η πολιτική γραμμή που υποστήριζαν και προωθούσαν οι επαναστατικές οργανώσεις (και με όποιες διαφοροποιήσεις υπήρχαν) και ένα πλήθος ανένταχτων αγωνιστών, έδινε ώθηση και περιεχόμενο στις αγωνιστικές διαθέσεις, ανταποκρινόταν στις πολιτικές εξελίξεις, έδινε προοπτική στον αγώνα, προετοίμαζε και στήριζε τις νέες εκρήξεις.
Αυτή η γραμμή που είχε μετρηθεί μέσα στους αγώνες της τελευταίας περιόδου και είχε αποκτήσει πολιτική υπεροχή, είναι που οδήγησε στην κατάληψη του Πολυτεχνείου και επέβαλε το πολιτικό της περιεχόμενο. Γιατί τα πράγματα δεν είναι στατικά, ειδικά σε τέτοιες περιόδους αγωνιστικής ανάτασης.
Από κει και πέρα, καμιά οργάνωση δεν είχε τη δυνατότητα να καθοδηγήσει με ουσιαστικούς όρους την κατάληψη. Η Συντονιστική Επιτροπή δεν είχε ούτε μπορούσε να έχει αυτόν τον ρόλο.
Όσον αφορά δε την αυτοοργάνωση και την ανάδειξη της πρωτοβουλίας των μαζών, αυτά δεν είναι χαρακτηριστικά μόνο του αυθόρμητου, αλλά κάθε λαϊκής εξέγερσης, τότε που οι λαϊκές μάζες γίνονται υποκείμενα της Ιστορίας.
Υπάρχει, λοιπόν, μια σχέση ανάμεσα στο «αυθόρμητο» και στο «οργανωμένο», με τη ζυγαριά να κλίνει προς το πρώτο (με την έννοια που αναφέρθηκε παραπάνω), την ίδια στιγμή που αναδεικνύεται η ύπαρξη, η ανεπάρκεια, αλλά και η αναγκαιότητα του δεύτερου.
Να κλείσω με δύο συμπεράσματα: 1ο. Οι ταξικοί συσχετισμοί και οι συσχετισμοί μέσα στο κίνημα δεν είναι στατικοί, η επαναστατική γραμμή μπορεί να επιβληθεί, και ανεξάρτητα από την υποδεέστερη σε σχέση με τη ρεφορμιστική, οργανωτική συγκρότησή της, όταν οι μάζες βγουν στο δρόμο, όταν πάρουν τη ζωή τους στα χέρια τους, όταν καθίστανται υποκείμενο της κοινωνικής εξέλιξης. Και 2ο. Ότι για να είναι νικηφόρα αυτή τη μάχη των μαζών χρειάζεται, οι μάζες, να συγκροτήσουν τα δικά τους όργανα πάλης, από τα πιο απλά, ως τα πιο συγκροτημένα στο πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο. Σε μια περίοδο εξαιρετικά δύσκολη, επικίνδυνη και απαιτητική, που το σύστημα της εξάρτησης και της εκμετάλλευσης αποκαλύπτει τη χρεοκοπία του, τα αντιδραστικά χαρακτηριστικά και τη βαρβαρότητα του, η εξέγερση του Νοέμβρη και τα οράματα της δείχνουν το δρόμο του λαού και της νεολαίας! Πραγματική απειλή για το σύστημα, πραγματική διέξοδος για το λαό. Να την τιμήσουμε όπως της αξίζει! Παλεύοντας για να συγκροτηθεί λαός και νεολαία σε δύναμη αντίστασης και διεκδίκησης, στην προοπτική της αναμέτρησης