Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στέφανος Χατζησάββας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στέφανος Χατζησάββας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

12 Σεπτεμβρίου 2025

Εργοστάσια καύσης σκουπιδιών: Μια «τοξική» πολιτική για την υγεία, το περιβάλλον και το εισόδημα των πολιτών - Σε Ξάνθη ή Ροδόπη το ένα εκ των έξη προβλεπόμενων εργοστασίων

0

Τέθηκε σε «διαβούλευση» από την 1η Αυγούστου (με καταληκτική ημερομηνία την 17η Οκτωβρίου) το σχέδιο για τη λειτουργία εργοστασίων καύσης σκουπιδιών σε όλη την Ελλάδα. Πρόκειται για τη Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) που αφορά το «Σχέδιο για τη δημιουργία Δικτύου Μονάδων Ενεργειακής Αξιοποίησης ΑΕΠΥ» στην Ελλάδα. Δηλαδή την καύση των λεγόμενων Απορριμματογενών Ενεργειακών Πρώτων Υλών (ΑΕΠΥ), που προέρχονται από επεξεργασμένα Αστικά Στερεά Απόβλητα και υπολείμματα που προορίζονται για καύση (RDF, SRF και μίγματα υλικών).

Το σχέδιο προβλέπει τη δημιουργία 6 εργοστασίων, μεταξύ των οποίων και ένα στην Ξάνθη ή στη Ροδόπη, που θα δέχεται 62.000 τόνους/έτος από τις Μονάδες Ανακύκλωσης – Ανάκτησης (ΜΑΑ) Βόρειου Έβρου, Σαμοθράκης, Αλεξανδρούπολης, Ξάνθης και Καβάλας (τα άλλα προβλέπονται να γίνουν στην Κοζάνη, στην Αρκαδία, Αχαΐα ή Ηλεία, στη Βοιωτία, στην Αττική, και στο Ηράκλειο).

Στόχος της κυβέρνησης είναι όλο αυτό το δίκτυο συλλογής-καύσης να τεθεί σε λειτουργία το 2029. Ισχυρίζεται δε (η κυβέρνηση και η Μελέτη) ότι με το σχέδιο αυτό θα επιτευχθεί η δραστική μείωση της ταφής των απορριμμάτων και μάλιστα κατά τρόπο συμβατό με την κατεύθυνση επαναχρησιμοποίησης-ανακύκλωσης, θα προκύψουν περιβαλλοντικά οφέλη με περιορισμό υγρών και αερίων αποβλήτων και μειωμένες εκπομπές άνθρακα, θα υπάρξει ενεργειακή αξιοποίηση, και θα έχουμε οικονομικό όφελος για τους πολίτες.

Αν εξαιρέσουμε την μείωση του προς ταφή κλάσματος απορριμμάτων (για να πιαστούν οι στόχοι που απαιτεί η ΕΕ), σε όλα τα υπόλοιπα θα έχουμε τα αντίθετα από τα προαναφερθέντα αποτελέσματα. Είναι συνήθεια άλλωστε των καιρών (στην πραγματικότητα σαν αποτέλεσμα της αδυναμίας του λαϊκού κινήματος να υπερασπίσει τα ζωτικά του συμφέροντα) να αντιστρέφονται οι έννοιες. Έτσι οι ανεμογεννήτριες (συνήθως σε καμένα δάση και δασικές εκτάσεις) ονομάζονται «πράσινη ανάπτυξη», ενώ -κατά τον ίδιο τρόπο- η επιβολή του 13ωρου με το νέο νομοσχέδιο Κεραμέως, παρουσιάζεται ως διευκόλυνση των εργαζομένων για την επιλογή του χρόνου εργασίας (!!). Αλλά ας τα δούμε συγκεκριμένα:

α. Τα εργοστάσια καύσης όχι μόνο δεν εξυπηρετούν την κατεύθυνση επαναχρησιμοποίησης-ανακύκλωσης, που έτσι κι αλλιώς καρκινοβατεί στη χώρα μας, αλλά την αντιστρατεύονται πλήρως. Το υψηλό κόστος κατασκευής και λειτουργίας των μονάδων καύσης, η ανάγκη για συνεχή σταθερή ροή πρώτων υλών (απορριμμάτων) και φυσικά η λογική των «ιδιωτικοοικονομικών» κριτηρίων που διέπει το όλο σχέδιο, δημιουργεί συνεχή πίεση για αύξηση των προς καύση απορριμμάτων και άρα μείωση των άλλων κλασμάτων.

β. Η καύση απορριμμάτων (ακόμα και σε σύγχρονες μονάδες) εκπέμπει διοξίνες, φουράνια, βαρέα μέταλλα και άλλους τοξικούς ρύπους στην ατμόσφαιρα και παράλληλα παράγει στερεά υπολείμματα καύσης και τέφρα φίλτρων (ρύποι που συγκρατήθηκαν στα φίλτρα) που είναι πολύ πιο επικίνδυνα στη διαχείριση τους από τα αρχικά απόβλητα. Επιπλέον, κανένα φίλτρο δεν συγκρατεί τα σωματίδια με διάμετρο κάτω των 2,5 μm, που είναι τα πιο διεισδυτικά και επικίνδυνα για την ανθρώπινη υγεία. Ιδιαίτερα όσον αφορά τις διοξίνες, αυτές είναι βιοσυσσωρευτικές, εμβρυοτοξικές, καρκινογόνες και τερατογόνες. Είναι ιδιαίτερα επικίνδυνες για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον, ακόμα και σε πολύ μικρές ποσότητες.

Όσον αφορά δε τη μείωση των εκπομπών άνθρακα, ας σημειωθεί ότι από την καύση 1 τόνου απορριμμάτων παράγονται από 0,7 έως 1,7 τόνοι διοξειδίου του άνθρακα (CO2). (Να και μια άλλη πηγή για τη λεγόμενη «χαβούζα» του Πρίνου, την υποθαλάσσια δηλαδή αποθήκευση CO2 στις εγκαταστάσεις της Energean, την ωρολογιακή βόμβα –όπως έχει χαρακτηρισθεί- για όλο το οικοσύστημα και τους ανθρώπους της περιοχής).

γ. Αν στα παραπάνω συνυπολογίσουμε και το γεγονός ότι με την καύση γίνεται κατασπατάληση και όχι ανάκτηση-επαναχρησιμοποίηση ή ανακύκλωση φυσικών πόρων, γίνεται κατανοητό ότι κάθε άλλο παρά έχουμε περιβαλλοντικά οφέλη. Από την άλλη, σε σχέση με το κόστος της παραγόμενης ενέργειας (στην Ευρώπη) είναι σχεδόν διπλάσιο από την αιολική ενέργεια και αντίστοιχο με την ενέργεια καύσης αερίου ή λιγνίτη.

δ. Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό για οικονομικό όφελος των πολιτών, η μέχρι τώρα εμπειρία λέει ότι τα ανταποδοτικά τέλη, που θα καταλήξουν στις τσέπες των εταιρειών διαχείρισης, είναι σχεδόν 3πλάσια από αυτά της Υγειονομικής Ταφής.

«Στρατηγικός Σχεδιασμός», της υποταγής και της αρπαχτής

Για τα κράτη μέλη της ΕΕ το 2010, 2013 και 2020 είχαν τεθεί στόχοι μείωσης των απορριμμάτων που κατευθύνονται σε ΧΥΤΑ στο 75%, 50% και 35%, αντίστοιχα (σε σύγκριση με το 1995), ενώ για το 2035 ο πήχης μπήκε στο 10% (μάλιστα η Ελλάδα τον έθεσε μόνη της στο 2030!). Σήμερα, το πραγματικό ποσοστό των απορριμμάτων που οδηγούνται σε ΧΥΤΑ στην Ελλάδα κυμαίνεται μεταξύ 80-90%, περίπου όσο και πριν από δύο δεκαετίες. Έτσι τα ευρωπαϊκά πρόστιμα, τα οποία στο εξής αυξάνονται κλιμακωτά και φυσικά μετακυλούνται στους πολίτες, δημιουργούν ασφυκτικό πονοκέφαλο για τις κυβερνήσεις.

Στην πραγματικότητα κανένας «στρατηγικός εθνικός σχεδιασμός» δεν υπάρχει. Με την πολιτική της αρπαχτής και του μπαλώματος με φαστ τρακ αποφάσεις (στη χώρα του ΟΠΕΚΕΠΕ και του «φραπέ»), επιχειρείται μια εύκολη και γρήγορη λύση για να «φανεί» ότι υπάρχει πορεία προς το στόχο της μείωσης της υγειονομικής ταφής στο 10%. Υποταγή λοιπόν στης επιταγές της ΕΕ και παράλληλα άνοιγμα νέου πεδίου δράσης του κεφαλαίου.

Βέβαια σήμερα, η καύση απορριμμάτων εγκαταλείπεται σταδιακά από το ευρωπαϊκό κεφάλαιο για δύο βασικούς λόγους -που ουδεμία σχέση έχουν με την προστασία του περιβάλλοντος: πρώτον, γιατί τέτοιου είδους επενδύσεις έχουν συχνά αποδειχθεί μη αποδοτικές για το κεφάλαιο και δεύτερον, επειδή η καύση καταστρέφει υλικά – δεν τα επαναχρησιμοποιεί. Αυτό αποτελεί πρόβλημα για μια Ευρώπη που πάσχει από έλλειψη πόρων και χρειάζεται όσο οργανικό υλικό μπορεί να «σώσει». Έτσι, πέρα από το σχέδιο μείωσης του ποσοστού των αποβλήτων που θάβονται στους ΧΥΤΑ, πλέον στα ευρωπαϊκά σαλόνια συζητείται και η μείωση της καύσης, με αποτέλεσμα η κατασκευή μονάδων καύσης να μην χρηματοδοτείται πλέον από την ΕΕ.

Είναι λοιπόν διατεθειμένη η ελληνική κυβέρνηση να χρηματοδοτήσει με ίδιους πόρους τη δημιουργία των εργοστασίων καύσης (πάνω από 1 δισ. ευρώ) και να δεσμευτεί με μακροχρόνιες συμβάσεις 25-30 ετών με τους ιδιώτες (ΣΔΙΤ) και με εγγυημένη κερδοφορία από το δημόσιο προκειμένου να το πετύχει. Ο μεγάλος ένοχος, η ΕΕ, είναι διατεθειμένη να δείξει τώρα… κατανόηση που προωθείται εκτάκτως η καύση στην περίπτωση της «καθυστερημένης» Ελλάδας. Την ίδια ώρα οι δήμοι (οι δημότες δηλαδή) θα κληθούν να πληρώσουν το μάρμαρο της καύσης μέσω των δημοτικών τελών μαζί με τα πρόστιμα που τρέχουν, και παράλληλα να υποστούν της αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία τους και στο περιβάλλον.

Έτσι η «ωρολογιακή βόμβα» της αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα στα δυτικά του νομού μας (Πρίνος Καβάλας) και τα «χρυσορυχεία του θανάτου» στα ανατολικά (Πέραμα Έβρου, Σάπες Ροδόπης) δένονται με ένα έργο «πράσινης ανάπτυξης». Το ζητούμενο είναι να «δέσουν» και οι αντιστάσεις των λαϊκών ανθρώπων της περιοχής μας, για την ακύρωση της κυβερνητικής πολιτικής, με καθολική και αποφασιστική άρνηση των εργοστασίων καύσης, χωρίς ταλαντεύσεις και «ρεαλιστικές» προτάσεις για «καλύτερη διαχείριση», ή τοπικιστικές περιχαρακώσεις. Το σύνθημα «Όχι στα εργοστάσια καύσης – Να μην περάσει το σχέδιο του ΥΠΕΝ» είναι το μόνο που μπορεί να εκφράσει τον δίκαιο αγώνα του λαού για το δικαίωμα στον καθαρό αέρα, την υγεία και τη ζωή.

Χατζησάββας Στέφανος 
Συντ. Χημικός Μηχανικός – Στέλεχος του ΚΚΕ(μ-λ)

αναδημοσίευση από το https://radio899.gr/ 

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

30 Δεκεμβρίου 2024

Το ΚΚΕ θέτει την ΕΕ προ των ευθυνών της (!!) για το ενδεχόμενο ενός τουρκοσυριακού συμφώνου για τις ΑΟΖ

1


Αφού τα αστικά κόμματα και η «ιμπεριαλιστική» (έστω και σε ενδιάμεση θέση, όπως λέει το ΚΚΕ) αστική τάξη της Ελλάδας δεν υπερασπίζονται τα συμφέροντά τους, αναλαμβάνει το ΚΚΕ να σταθεί στο ύψος των «εθνικών απαιτήσεων». 

Στο Ριζοσπάστη του Σαββατοκύριακου (28-29 Δεκέμβρη) διαβάζουμε, σε σχέση με τις εξελίξεις σε Ελληνοτουρκικά, Ουκρανία και Μέση Ανατολή και τη στάση της κυβέρνησης και των άλλων αστικών κομμάτων: 

«Οι μάσκες έχουν πέσει, οι ευρωατλαντικοί μύθοι έχουν καταρρεύσει, τα χαστούκια που δέχονται από τις καταιγιστικές εξελίξεις τα κόμματα του ευρωατλαντισμού «ζαλίζουν»... Δεν υπάρχει «αλά καρτ» συμμετοχή στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς ΗΠΑ - ΝΑΤΟ – ΕΕ… δεν υπάρχει άλλος χρόνος για να χάσει ο λαός μας με αυταπάτες και ευρωατλαντικά παραμύθια εφησυχασμού». 

Και αφού δεν υπάρχει άλλος χρόνος για αυταπάτες και εφησυχασμό, η Ευρωκοινοβουλευτική Ομάδα του ΚΚΕ ανέλαβε δράση. Κατέθεσε Ερώτηση στην Ύπατη Εκπρόσωπο της Εξωτερικής Πολιτικής της ΕΕ για «το επικίνδυνο ενδεχόμενο ενός τουρκοσυριακού συμφώνου για τις θαλάσσιες ζώνες, ως αποτέλεσμα της ιμπεριαλιστικής επέμβασης στη Συρία». Όπως βλέπουμε, δεν είναι μόνο χωρίς αυταπάτες η ερώτηση, είναι και με επαναστατικό περιεχόμενο, αφού μιλάει για «ιμπεριαλιστική επέμβαση» («από την Τουρκία και το Ισραήλ»). Όχι παίζουμε...

Ρωτάνε λοιπόν μετά παρρησίας οι Ευρωβουλευτές του ΚΚΕ, Κώστας Παπαδάκης και Λευτέρης Νικολάου-Αλαβάνος:

«Πως τοποθετείται η Ύπατη Εκπρόσωπος/Αντιπρόεδρος της ΕΕ στο γεγονός ότι: Μετά την ευρωατλαντική επέμβαση στη Λιβύη, που και τότε στήριξε η ΕΕ και την οποία είχε εκμεταλλευτεί εξίσου η τουρκική κυβέρνηση, τώρα υποστηρίζει και την επέμβαση στη Συρία που οδηγεί σε αλλαγές συνόρων και στην επικίνδυνη μεθόδευση ενός αυθαίρετου τουρκοσυριακού συμφώνου που παραβιάζει κι αμφισβητεί κυριαρχία και κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας, κράτους - μέλους της ΕΕ, το οποίο δεν λαμβάνει καν υπόψη;»

Πως λοιπόν, κυρία μου, αφήνεις να αλωνίζει και μάλιστα με τις ευλογίες σου η Τουρκία σε Λιβύη και Συρία σε βάρος χωρών-μελών της ΕΕ; Δεν έχεις καταλάβει ότι η Ελλάδα και η Κύπρος δεν είναι εξαρτημένες χώρες, αλλά «συνδιαμορφωτές» των θέσεων της ΕΕ; Γιατί δεν ενεργείς στη βάσει των καθηκόντων και υποχρεώσεών σου; Και άντε, στη Λιβύη, να το παραβλέψουμε. Όμως και τώρα, στη Συρία… «Το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού»… 

Εδώ σε θέλω λοιπόν, απάντησε αν μπορείς!!! 

Σ.Χ.


ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

19 Νοεμβρίου 2023

50 χρόνια από την εξέγερση του Νοέμβρη. Επισημάνσεις και συμπεράσματα*

0
*Ομιλία του Στέφανου Χατζησάββα στην εκδήλωση των Αγωνιστικών Κινήσεων στην Θεσσαλονίκη που έγινε την Τετάρτη 15/11 για τα 50 χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου και την κατάληψη της Πολυτεχνικής Θεσσαλονίκης







Κάθε 17 Νοέμβρη και πολύ περισσότερο σήμερα, αναδεικνύεται ένα ερώτημα:

Τιμάμε το Πολυτεχνείο του 73 σαν ένα ηρωικό, αλλά παρωχημένο, ιστορικό γεγονός που είναι καταχωνιασμένο στο μπαούλο της ιστορίας, ή σαν μια λαϊκή εξέγερση, ζωντανή ως προς το πολιτικό της περιεχόμενο, βάση και αναφορά για το λαϊκό και νεολαιίστικο κίνημα του σήμερα;

Αλλά, για να απαντήσουμε σ’ αυτό το ερώτημα πρέπει να πρώτα να απαντήσουμε τι πραγματικά ήταν το Πολυτεχνείο, και φυσικά να θέσουμε το πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε.

Το Πολυτεχνείο γίνεται σε μια περίοδο έντονων προβληματισμών μέσα στους κόλπους του χουντικού καθεστώτος, μέσα στα πλαίσια του παλιού αστικού πολιτικού προσωπικού (ΕΡΕ και ΕΚ) και κύκλων της μεγαλοαστικής τάξης της χώρας μας, και φυσικά στα υπερατλαντικά κέντρα στήριξης της δικτατορίας, δηλαδή στις ΗΠΑ.

Ποια ήταν τα ζητήματα: Ήδη από τις αρχές του 1972 παρουσιάζεται μια αφύπνιση του λαϊκού κινήματος, με μπροστάρηδες τους φοιτητές. Η παγκόσμια οικονομική κρίση που ξεσπά στις αρχές της δεκαετίας του 70 πλήττει με έντονο τρόπο την Ελλάδα, με αποτέλεσμα τη ραγδαία επιδείνωση της ζωής του λαού και την αύξηση της δυσαρέσκειας. Τα ζητήματα της Κύπρου αλλά και των ελληνοτουρκικών σχέσεων και αντιθέσεων συνεχίζουν να αποτελούν σοβαρές δυσεπίλυτες προκλήσεις. Από την άλλη το καθεστώς δεν είχε καταφέρει να κερδίσει μια κάποιου είδους πλατειά λαϊκή αποδοχή, ούτε μπόρεσε να αποκτήσει ανοιχτή και μαζική πολιτική βάση στήριξης, ή να δημιουργήσει ένα νέο πολιτικό προσωπικό που υποτίθεται ότι θα αντικαθιστούσε τον φθαρμένο προδικτατορικό πολιτικό κόσμο. Παράλληλα οι διαιρέσεις και ομαδοποιήσεις εντός του καθεστώτος άρχισαν να παίρνουν διαστάσεις και να εκδηλώνονται. Τέλος οι αντιθέσεις ανάμεσα στους αμερικάνους και τις δυτικοευρωπαϊκές δυνάμεις κλιμακώθηκαν με τους ευρωπαίους να πιέζουν διεκδικώντας το δικό τους μερτικό στη χώρα.

Η απάντηση σε όλα αυτά επιχειρήθηκε να δοθεί με τη λεγόμενη «φιλελευθεροποίηση» και την ελεγχόμενη πολιτικοποίηση της χούντας μέσω εκλογών. Επαναφέρεται στο προσκήνιο το Σύνταγμα του 1968, που είχε μείνει ανενεργό, και προχωράει η αναθεώρηση του, μέσω δημοψηφίσματος που γίνεται το καλοκαίρι του 1973, που καταργεί τη Βασιλεία. Ο Παπαδόπουλος ανακηρύσσεται Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ύστερα από συστηματικές διαπραγματεύσεις διορίζει Πρωθυπουργό τον παλιό πολιτικό Μαρκεζίνη, με εντολή να προκηρύξει εκλογές. Φυσικά με τους όρους που έθετε το χουντικό καθεστώς, το οποίο μ’ αυτό τον τρόπο επεδίωκε τη μακροημέρευση του μέσα από έναν κοινοβουλευτικό μανδύα. Αυτή ήταν και η επιδίωξη των αμερικάνων. Οι παλαιοί αστοί πολιτικοί κρατούν στάση αναμονής, το ΚΚΕεσ δηλώνει συμμετοχή στις εκλογές, το ΚΚΕ τοποθετείται αρνητικά, χωρίς όμως να απορρίπτει τη δυνατότητα αξιοποίησης τυχόν νόμιμων δυνατοτήτων, ενώ η ΟΜΛΕ και άλλες αριστερές οργανώσεις τις καταγγέλλουν και προπαγανδίζουν την αποχή.

Σε σχέση με το κίνημα. Έχουν αρχίσει αυτή την περίοδο εργατικές απεργίες με κύριο αίτημα τις αυξήσεις στους μισθούς και τα μεροκάματα, ξεσπούν κινητοποιήσεις σε αγροτικές περιοχές ενάντια σε απαλλοτριώσεις, ενώ αναπτύσσεται ραγδαία το μαζικό φοιτητικό κίνημα με κορυφαία έκφραση την κατάληψη της Νομικής. Τα κύρια ζητήματα που προβάλλονται από τους φοιτητές είναι η διεκδίκηση ελεύθερης πολιτικής και συνδικαλιστικής δράσης, η εναντίωση σε διώξεις, πειθαρχικά και αναστολή της αναβολής στράτευσης, και κάποια πιο φοιτητικά, όπως οι εξεταστικές και οι μεταφορές μαθημάτων. Σε όλα όμως δίνεται σαφές αντιδικτατορικό και αντιιμπεριαλιστικό περιεχόμενο. Για τη νεολαία και τον λαό η φιλελευθεροποίηση ήταν «ευκαιρία» επαφής με τις αριστερές και επαναστατικές ιδέες, «ευκαιρία» εκδήλωσης, αλλά και ανάπτυξης των αντιφασιστικών και αντιαμερικάνικων αισθημάτων και μετατροπής τους σε μαζικούς αγώνες. Μέσα σ’ αυτούς τους αγώνες, αλλά και μέσα από τη διαπάλη των δύο γραμμών που εξελισσόταν μέσα στο κίνημα συγκροτείται το αντιφασιστικό φοιτητικό κίνημα και φτάνει στο Νοέμβρη.

Και να τονίσουμε ένα πολύ σημαντικό ζήτημα όσον αφορά την εξέλιξη της πάλης των μαζών. Αν από τη μια πλευρά αυτή συγκροτείται στην αναμέτρησή της με τον αντίπαλο, από την άλλη παίρνει αυτά ή εκείνα τα χαρακτηριστικά ανάλογα με την εξέλιξη μιας άλλης αντιπαράθεσης, αυτής που πραγματοποιείται μέσα στους κόλπους της. Σε γενικές γραμμές, από την αντιπαράθεση της επαναστατικής με την συμβιβαστική, ρεφορμιστική κατεύθυνση.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση είχαμε από τη μια πλευρά τη γραμμή της ενότητας όλων των αντιδικτατορικών δυνάμεων, από τη ρεφορμιστική αριστερά ως τους δεξιούς πολιτικούς ακόμη και φιλοβασιλικούς, που περιόριζε τα αιτήματα πάλης σε φοιτητικό επίπεδο και επέλεγε ήπιες μορφές δράσης, όχι καταλήψεις, στο όνομα της κοινοβουλευτικής εκμετάλλευσης της χουντικής φιλελευθεροποίησης και της ομαλής μετάβασης σε ένα κοινοβουλευτικό καθεστώς. Αυτή η γραμμή με κάποιες διαφοροποιήσεις, εκφραζόταν από τα δύο ΚΚΕ και τις νεολαιίστικες οργανώσεις τους, ΚΝΕ/Αντι-ΕΦΕΕ και Ρήγα. Από την άλλη πλευρά ήταν η γραμμή που υποστήριζε την αυτόνομη αντιπαραθετική με το σύστημα συγκρότηση του κινήματος, του ανεβάσματος του αγώνα σε αντιφασιστική-αντιαμερικάνικη κατεύθυνση και της μαζικής σύγκρουσης με το καθεστώς, που εκφραζόταν από τις λεγόμενες αντιρεβιζιοντιστικές οργανώσεις (ΟΜΛΕ, ΕΚΚΕ, ΟΣΕ, Μπολσεβίκους κλπ) και ένα πλήθος ανένταχτων αγωνιστών που κινούνταν στο ίδιο πνεύμα και έπαιζαν σημαντικό ρόλο στο κίνημα.

Μέσα από αυτή τη συνεχή αντιπαράθεση και καθώς το φοιτητικό κίνημα μαζικοποιείται, βγαίνει στο δρόμο και παλεύει, ισχυροποιείται πολιτικά η επαναστατική γραμμή, παρά το ότι είναι πολυκερματισμένη και με περιορισμένες δυνάμεις, και γίνεται γραμμή πάλης του κινήματος. Αυτή η γραμμή είναι που οδηγεί στο Πολυτεχνείο και καθώς τελικά αγκαλιάζεται από πλατιές λαϊκές μάζες, εξελίσσεται σε πραγματική λαϊκή εξέγερση και αυτό θα έλεγα προσδιορίζει και περιλαμβάνει όλα του τα χαρακτηριστικά και τη σημασία του.

Μια εξέγερση που ήρθε σε ρήξη με το καθεστώς και επεδίωξε την ανατροπή του, ανεξάρτητα αν είχε τα πολιτικά, ιδεολογικά και οργανωτικά φόντα να το πετύχει. Την ανατροπή όχι της δικτατορίας απλώς και την επαναφορά του αστικού κοινοβουλευτισμού, αλλά μια πιο βαθειά ανατροπή που έθιγε τα θεμέλια του κοινωνικού καθεστώτος και του καθεστώτος της εξάρτησης, σίγουρα θολά και ανολοκλήρωτα, με απροσδιόριστη συνέχεια, πάντως σαν ένα πρώτο βήμα μιας νέας προοπτικής. Εμφορήθηκε και πρόβαλε την κατεύθυνση της αναμέτρησης, της σύγκρουσης και όχι της υποταγής στο ρεαλισμό της ομαλής διεξόδου. Και αυτό έγινε πράξη που αγκάλιασε πλατιές λαϊκές μάζες γιατί εξέφρασε τις πραγματικές τους ανάγκες και ελπίδες. Έγινε ποτάμι εκατοντάδων χιλιάδων που πλημμύρισε το κέντρο της Αθήνας, και πήρε πανελλαδικά χαρακτηριστικά με την εξάπλωση του στη Θεσσαλονίκη, την Πάτρα και τα Γιάννενα. Έστησε οδοφράγματα και έδωσε μάχες, με τα κλομπς, τα δακρυγόνα και τις σφαίρες, μέχρι και την επόμενη μέρα της εκκένωσης.

Και εδώ ανακύπτει ένα άλλο ερώτημα. Δικαιώθηκε ή όχι το Πολυτεχνείο, και με το δεδομένο ότι η εξέγερση πνίγηκε στο αίμα, η χούντα δεν έπεσε, αντίθετα ήρθε μια άλλη εκδοχή της, ο Ιωαννίδης, πιο σκληρή από την προηγούμενη.

Υπήρξαν φωνές μετέπειτα, αλλά και την περίοδο μετά το ματοκύλισμα του Πολυτεχνείου και την επιβολή της χούντας του Ιωαννίδη, τότε που ξαναγέμισαν οι φυλακές και τα κρατητήρια, τότε που οι αγωνιστές ξαναβγήκαν στην παρανομία και το κίνημα, φαινομενικά τουλάχιστον, τσακίστηκε, υπήρξαν λοιπόν φωνές που είπαν «να, δε σας τα λέγαμε»; Δεν έπρεπε να γίνει η κατάληψη, δεν ήταν ώριμες οι συνθήκες, έπρεπε να φύγουμε έγκαιρα, να μην προκαλέσουμε. Θεωρώ ότι αυτές τις φωνές, ήρθε να εκφράσει η γνωστή Πανσπουδαστική Νο8 με τους προβοκάτορες, αυτή τη γραμμή ήρθε να δικαιώσει. Τη γραμμή του «όχι κατάληψη - φοιτητικά αιτήματα – απαγκίστρωση», δηλαδή τη γραμμής της Αντι-ΕΦΕΕ-ΚΝΕ, αλλά και του Ρήγα, τη γραμμή του ΚΚΕ και του ΚΚΕεσ.

Αυτή βέβαια είναι μια κοντόθωρη και οπορτουνιστική θεώρηση. Γιατί το Πολυτεχνείο δικαιώθηκε, με βάση τα αποτελέσματα που παρήγαγε στην πραγματική ζωή των λαϊκών μαζών. Αν δεν έφτασε να ολοκληρώσει αυτή τη δικαίωση, αυτό είναι άλλου επιπέδου ζήτημα.

Δικαιώθηκε, πρώτα και κύρια γιατί δεν υπέταξε το κίνημα ούτε στις επιλογές της χούντας, ούτε στα δεδομένα και τη γραμμή τις αστικής αντιπολίτευσης, ούτε στις αυταπάτες του ρεφορμισμού. Το όρθωσε απέναντι συνολικά το σύστημα, αυτόνομο και ανεξάρτητο, αναδεικνύοντας ένα περιεχόμενο αναμέτρησης και σύγκρουσης, επιβεβαιώνοντας και επαναθεμελιώνοντας την ηθική και πολιτική υπεροχή της αριστεράς.

Βρήκε τη δικαίωση του στο λαϊκό, εργατικό και φοιτητικό κίνημα της μεταπολίτευσης, με το αντιφασιστικό αντιιμπεριαλιστικό του περιεχόμενο, τη δυναμική, την αγωνιστικότητα και την ορμή με την οποία βγήκε από τη δικτατορία, τους ταξικούς αγώνες και τον ανεξάρτητο μαχητικό εργοστασιακό συνδικαλισμό, «προίκα» όλα αυτά του πολυτεχνείου, που είχαν σα συνέπεια σοβαρές κατακτήσεις σε όλα τα επίπεδα.

Δικαιώθηκε γιατί κατέρριψε το μύθο της παντοδύναμης χούντας και στη θέση του έβαλε την πραγματικότητα της λαϊκής δύναμης, που είναι ικανή, όταν συνειδητοποιείται και εκφράζεται μαζικά να τρομοκρατήσει τους τρομοκράτες.

Δικαιώθηκε γιατί σκόρπισε στον άνεμο την απόπειρα της δικτατορίας και των πατρώνων της, του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, να προχωρήσουν σε έναν κατ’ όνομα πολιτικό μετασχηματισμό, με κάλπικες εκλογές και φιλελευθεροποίηση, στην ουσία για διαιώνιση του φασιστικού καθεστώτος και της αμερικανοκρατίας με κοινοβουλευτικό φερετζέ.

Δικαιώθηκε γιατί όξυνε τις αντιθέσεις και τα αδιέξοδα του καθεστώτος, δίνοντας το εναρκτήριο λάκτισμα για την κατάρρευσή του λίγους μήνες αργότερα με την τραγωδία της Κύπρου.

Μ’ αυτά τα χαρακτηριστικά το Πολυτεχνείο συνεχίζει να δικαιώνεται και σήμερα με την αίγλη που ασκεί απέναντι στη νεολαία και τους αγώνες της, το ζωντανό σπέρμα του που συνεχίζει να βλασταίνει, το φως του που συνεχίζει να καίει. Βέβαια αυτό το φως έχει αρκετά χαμηλώσει στις μέρες μας, δεν έχει ξεθωριάσει, απλώς έπεσε η λάμψη του. Φρόντισαν γι αυτό οι ρεφορμιστικές αυταπάτες, που άλλοτε αναζητούσαν τη διέξοδο στις δυνάμεις της αλλαγής του ΠΑΣΟΚ, άλλοτε στις συγκυβερνήσεις με τον Μητσοτάκη, και πιο πρόσφατα, η άλλη πλευρά, στην κυβερνώσα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ, μέχρι τη σημερινή κατάντια Κασσελάκη. Όμως παρ’ όλα αυτά, ας μη ξεχνάμε, μία σπίθα μπορεί να κάψει τον κάμπο, και η σπίθα του Πολυτεχνείου, δεν πρόκειται να σβήσει. Γιατί υπάρχει η βαρβαρότητα του συστήματος που την τροφοδοτεί με καύσιμο υλικό, όπως τροφοδοτεί και το κίνημα με νέους αγωνιστές, που συντηρούν αυτή τη σπίθα και τη μεταλαμπαδεύουν.

Να αναφερθώ και σε ένα τελευταίο ζήτημα, το ζήτημα της «αυθόρμητης κατάληψης», για το οποίο έχει γίνει πολλή συζήτηση. Από κάποιες πλευρές για να κρυφτεί η πλήρης απουσία και αντίθεση της αστικής αντιπολίτευσης, από άλλες για να κρυφτεί η υπονομευτική στάση των ρεφορμιστών (όταν δεν γίνεται καπηλεία) και από τρίτες για να απορριφθεί η αναγκαιότητα των οργανώσεων (αυτονομία). Κάποια πράγματα είπα πιο πάνω, αλλά ας γίνω πιο συγκεκριμένος.

Είναι γεγονός ότι καμία οργάνωση δεν είχε και δεν μπορούσε να έχει έναν λίγο πολύ συγκεκριμένο πολιτικό προγραμματισμό που να περιέχει ή να οδηγεί στην κατάληψη. Παράλληλα, ενώ τα γεγονότα έτρεχαν πολύ γρήγορα ανεβάζοντας τις αγωνιστικές διαθέσεις του λαού και της νεολαίας, η ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική συγκρότηση του υποκειμένου υπολειπόταν σημαντικά.

Η ρεφορμιστική αριστερά προσπαθούσε να χαλιναγωγήσει και να εντάξει στους δικούς της (κοινοβουλευτικούς) σχεδιασμούς τους αγώνες που αναπτύσσονταν. Σε αντίθετη κατεύθυνση, η πολιτική γραμμή που υποστήριζαν και προωθούσαν οι επαναστατικές οργανώσεις (και με όποιες διαφοροποιήσεις υπήρχαν) και ένα πλήθος ανένταχτων αγωνιστών, έδινε ώθηση και περιεχόμενο στις αγωνιστικές διαθέσεις, ανταποκρινόταν στις πολιτικές εξελίξεις, έδινε προοπτική στον αγώνα, προετοίμαζε και στήριζε τις νέες εκρήξεις.

Αυτή η γραμμή που είχε μετρηθεί μέσα στους αγώνες της τελευταίας περιόδου και είχε αποκτήσει πολιτική υπεροχή, είναι που οδήγησε στην κατάληψη του Πολυτεχνείου και επέβαλε το πολιτικό της περιεχόμενο. Γιατί τα πράγματα δεν είναι στατικά, ειδικά σε τέτοιες περιόδους αγωνιστικής ανάτασης.

Από κει και πέρα, καμιά οργάνωση δεν είχε τη δυνατότητα να καθοδηγήσει με ουσιαστικούς όρους την κατάληψη. Η Συντονιστική Επιτροπή δεν είχε ούτε μπορούσε να έχει αυτόν τον ρόλο.

Όσον αφορά δε την αυτοοργάνωση και την ανάδειξη της πρωτοβουλίας των μαζών, αυτά δεν είναι χαρακτηριστικά μόνο του αυθόρμητου, αλλά κάθε λαϊκής εξέγερσης, τότε που οι λαϊκές μάζες γίνονται υποκείμενα της Ιστορίας.

Υπάρχει, λοιπόν, μια σχέση ανάμεσα στο «αυθόρμητο» και στο «οργανωμένο», με τη ζυγαριά να κλίνει προς το πρώτο (με την έννοια που αναφέρθηκε παραπάνω), την ίδια στιγμή που αναδεικνύεται η ύπαρξη, η ανεπάρκεια, αλλά και η αναγκαιότητα του δεύτερου.

Να κλείσω με δύο συμπεράσματα: 1ο. Οι ταξικοί συσχετισμοί και οι συσχετισμοί μέσα στο κίνημα δεν είναι στατικοί, η επαναστατική γραμμή μπορεί να επιβληθεί, και ανεξάρτητα από την υποδεέστερη σε σχέση με τη ρεφορμιστική, οργανωτική συγκρότησή της, όταν οι μάζες βγουν στο δρόμο, όταν πάρουν τη ζωή τους στα χέρια τους, όταν καθίστανται υποκείμενο της κοινωνικής εξέλιξης. Και 2ο. Ότι για να είναι νικηφόρα αυτή τη μάχη των μαζών χρειάζεται, οι μάζες, να συγκροτήσουν τα δικά τους όργανα πάλης, από τα πιο απλά, ως τα πιο συγκροτημένα στο πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο. Σε μια περίοδο εξαιρετικά δύσκολη, επικίνδυνη και απαιτητική, που το σύστημα της εξάρτησης και της εκμετάλλευσης αποκαλύπτει τη χρεοκοπία του, τα αντιδραστικά χαρακτηριστικά και τη βαρβαρότητα του, η εξέγερση του Νοέμβρη και τα οράματα της δείχνουν το δρόμο του λαού και της νεολαίας! Πραγματική απειλή για το σύστημα, πραγματική διέξοδος για το λαό. Να την τιμήσουμε όπως της αξίζει! Παλεύοντας για να συγκροτηθεί λαός και νεολαία σε δύναμη αντίστασης και διεκδίκησης, στην προοπτική της αναμέτρησης




ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

21 Ιουνίου 2023

ΞΑΝΘΗ | Συνέντευξη του Σ. Χατζησάββα στο Δημοτικό Ραδιόφωνο

0


Τις θέσεις του ΚΚΕ (μ-λ) ενόψει των εκλογών της 25ης Ιουνίου καθώς και την τρέχουσα επικαιρότητα που στιγματίζει την προεκλογική περίοδο παρουσίασε στην ενημερωτική εκπομπή του δημοτικού ραδιοφώνου ο υποψήφιος βουλευτής Ξάνθης κ. Στέφανος Χατζησάββας.



ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

16 Μαΐου 2023

ΞΑΝΘΗ | Άρθρο του Στέφανου Χατζησάββα στα τοπικά ΜΜΕ

0


Το παρακάτω άρθρο είναι του Στέφανου Χατζησάββα, υποψήφιου βουλευτή με το ΚΚΕ(μ-λ) στην εκλογική περιφέρεια Ξάνθης, όπως στάλθηκε σε τοπικά ΜΜΕ. Αναδημοσιεύουμε από την εφημερίδα "Αγώνας"

Ποιο είναι το «επίδικο» των επικείμενων εκλογών;

Βρισκόμαστε λίγα εικοσιτετράωρα πριν από την κάλπη της 21ης Μάη και, υποτίθεται, ότι η προεκλογική αντιπαράθεση μεταξύ των αστικών κομμάτων που προορίζονται να αποτελέσουν -χωριστά ή σε συνεργασία- την επόμενη κυβερνητική λύση (άμεσα ή με δεύτερες εκλογές), έχει φτάσει στο κατακόρυφο. Στην πραγματικότητα όμως αυτή η αντιπαράθεση μόνο ουσιαστική δεν είναι, αφήνει έξω βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο λαός και η νεολαία και παρουσιάζει μια εικονική πραγματικότητα, για να δώσει ψεύτικες υποσχέσεις και… κοστολογημένες «λύσεις» (πόσο κοστολογείται άραγε η ζωή των 57 νεκρών στα Τέμπη ή των 35 χιλιάδων της πανδημίας;)

Το ζητούμενο για τα κέντρα του συστήματος, μέσα και (κυρίως) έξω από την Ελλάδα, δηλαδή το «επίδικο» των εκλογών για τους «από πάνω», είναι να βρεθεί εκείνη η «σταθερή» κυβερνητική λύση, που θα ικανοποιεί τις απαιτήσεις των μεγάλων αφεντικών (ΗΠΑ και ΕΕ), θα συνεχίσει απρόσκοπτα και με μεγαλύτερη ένταση το δρόμο της αφαίρεσης εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων και θα κρατά το λαό στο περιθώριο.

Σε ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση πρέπει να αναζητήσουμε το «επίδικο» των εκλογών για την εργατική τάξη, τους εργαζόμενους, τους φτωχομεσαίους αγρότες, τα φτωχά λαϊκά στρώματα και τη νεολαία, δηλαδή, για τους «από κάτω».

Αλλά για να προσδιορίσουμε αυτό το «επίδικο» πρέπει να κάνουμε μια πολύ μικρή, έστω, αναφορά στην πραγματικότητα που ζούμε. Θα περιοριστούμε σε δύο μόνο μεγάλα ζητήματα:

Α. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, σαν αποτέλεσμα του αιματηρού ανταγωνισμού των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για το ξαναμοίρασμα του κόσμου, απειλεί όλη την ανθρωπότητα με καταστροφή. ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΣΟΚ επιλέγοντας «τη σωστή πλευρά της ιστορίας», εμπλέκουν τη χώρα σ’ αυτόν τον πόλεμο, την μετατρέπουν σε πλατφόρμα πολεμικής εξόρμησης των αμερικανο-ΝΑΤΟϊκών, την καθιστούν «στόχο πολέμου» και χρεώνουν με τεράστιες εξοπλιστικές δαπάνες τις μελλοντικές γενιές.

Β. Η παγκόσμια οικονομική κρίση, αποτέλεσμα των αδιεξόδων αυτού του σάπιου συστήματος που ζούμε και συνέπεια των ανταγωνισμών και του πολέμου, γίνεται όλο πιο βαθιά και μόνιμη. Και φυσικά οι «από πάνω» φορτώνουν τα βάρη αυτής της κρίσης στις πλάτες των λαών, με αποτέλεσμα την εκτεταμένη φτώχια και την εξαθλίωση. Στη χώρα μας αυτή κρίση περνάει με τους όρους τις εξάρτησης, με το διευθυντήριο της ΕΕ να απαιτεί (κι ας έχουμε «βγει» από τα μνημόνια) σκληρή λιτότητα, αύξηση φόρων, περιορισμό μισθών και συντάξεων, ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου, αλλά και απαλλοτρίωση κάθε δικαιώματος σε δωρεάν περίθαλψη και εκπαίδευση. Πανάκριβη ενέργεια και άπιαστες τιμές των βασικών ειδών λαϊκής κατανάλωσης από τη μια, αύξηση κερδών έως και 300% μέσα στο 2022 των μεγάλων επιχειρήσεων, κυρίως αυτών που ασχολούνται με την ενέργεια, από την άλλη. Και την ίδια στιγμή μαύρες συνθήκες εργασίας, αλλά και απαγορεύσεις που στερούν τη δυνατότητα πάλης και διεκδίκησης μιας ανθρώπινης ζωής.

ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΣΟΚ ορκίζονται στο δόγμα «ανήκουμε στη Δύση», στην εκχώρηση της χώρας και του λαού στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, έχουν δώσει και θα συνεχίσουν να δίνουν διαπιστευτήρια στο ξένο και ντόπιο κεφάλαιο. Κι αν για προεκλογικές σκοπιμότητες τάζουν και κάτι παραπάνω, βγαίνει ο κεντρικός τραπεζίτης Στουρνάρας (με τον οποίον άλλωστε ο Τσίπρας είχε μακρά συνάντηση πριν από τις εκλογές), και υπενθυμίζει ότι «η οικονομία δεν αντέχει τέτοιες παροχές»!!

Πίσω από την κάλπη λοιπόν αναδύεται με τα πιο μελανά χρώματα η ζοφερή για το λαό πραγματικότητα και η ίδια αντιλαϊκή, βάρβαρη πολιτική, την οποία καλείται να υπηρετήσει όποια κυβέρνηση κι αν αναδειχθεί από τις εκλογές, σαν εντολοδόχος των ξένων και ντόπιων κέντρων εξουσίας.

Το «επίδικο» λοιπόν για το λαό σ’ αυτές τις εκλογές είναι να μην αποδεχτεί τις εκλογικές και κοινοβουλευτικές αυταπάτες, να αρνηθεί το σκοτεινό μέλλον που του ετοιμάζουν -σκοτεινότερο από το παρόν που του προσφέρουν- και να ανοίξει το δρόμο του αγώνα.

Αυτό το «επίδικο» θέλει να υπηρετήσει και το ΚΚΕ(μ-λ) συμμετέχοντας στις εκλογές της 21ης Μάη, βάζοντας σαν προμετωπίδα και κεντρικό του σύνθημα της συμμετοχής του, το: «ΓΙΑ ΝΑ ΖΗΣΟΥΜΕ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΓΩΝΙΣΤΟΥΜΕ».

Ένα σύνθημα που έχει αποδειχθεί ότι είναι επίκαιρο και αναγκαίο και μάλιστα με τραγικούς όρους τα τελευταία χρόνια. Το βεβαιώνουν οι νεκροί και οι καταστροφές στο Μάτι, στην Εύβοια, τη Μάνδρα, τα Τέμπη… Το βεβαιώνουν οι δεκάδες χιλιάδες νεκροί της πανδημίας και τα καθημερινά εργατικά ατυχήματα-εργοδοτικά εγκλήματα. Το επιβεβαιώνει η σκληρή αβίωτη καθημερινότητα, αλλά και η ζοφερή προοπτική να γίνουν οι νέοι μας κρέας για τα κανόνια σε άδικους πολέμους.

Συμμετέχουμε λοιπόν στις εκλογές και ζητάμε την ψήφο και την στήριξη του λαού και της νεολαίας ως ενίσχυση των αγώνων που θα καλεστούμε να δώσουμε την επόμενη κιόλας μέρα των εκλογών. Ως ενίσχυση των πρωτοβουλιών μας στο εργατικό και λαϊκό κίνημα. Ως ενίσχυση της «Πρότασης Συντονισμού Οργανώσεων και Συλλογικοτήτων», που θα ευνοήσει την αντίσταση, τη διεκδίκηση και την οργάνωση των εργαζομένων και της νεολαίας.

Ξάνθη, 15-5-2023

Στέφανος Χατζησάββας

υποψήφιος βουλευτής με το ΚΚΕ(μ-λ) στην εκλογική περιφέρεια Ξάνθης


ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

04 Ιουλίου 2019

Από πού προέρχονται οι κίνδυνοι για τη χώρα και το λαό μας;

0
Ανατολική Μεσόγειος-Μέση Ανατολή-Αιγαίο
Από πού προέρχονται οι κίνδυνοι για τη χώρα και το λαό μας;

Άρθρο του υποψήφιου βουλευτή του ΚΚΕ(μ-λ) στη Ξάνθη
Στέφανου Χατζησάββα

Σε ιδιαίτερα επικίνδυνα επίπεδα ανεβαίνει το θερμόμετρο στον Περσικό κόλπο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Μπορεί ο Τραμπ να ακύρωσε «στο παρά πέντε» αεροπορική επίθεση εναντίον ιρανικών στόχων, ύστερα από την κατάρριψη αμερικανικού μη επανδρωμένου αεροσκάφους, ωστόσο, προχώρησε σε νέες κυρώσεις και συνεχίζει την περίσφιξη της χώρας με ισχυρές ναυτικές και αεροπορικές στρατιωτικές δυνάμεις. Είναι φανερό ότι η αμερικάνικη υπερδύναμη κινείται στην κατεύθυνση της επέκτασης του πολέμου στον ευρύτερο χώρο της Μ. Ανατολής. Επιχειρεί να ξεπεράσει τις δυσκολίες που συνάντησε στη Συρία από την ισχυροποίηση του βασικού της στρατηγικού ανταγωνιστή, της Ρωσίας. Συνεχίζει να σπέρνει τον όλεθρο επιδιώκοντας την παγκόσμια κυριαρχία.

Σ’ αυτόν τον καμβά κινούνται τα πράγματα και στην Ανατολική Μεσόγειο με τους υδρογονάνθρακες και την κυπριακή ΑΟΖ. Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός επιδιώκει το γεωστρατηγικό και ενεργειακό έλεγχο της περιοχής. Στοχεύει στο να καταστήσει την Κύπρο ένα αβύθιστο αεροπλανοφόρο. Να ελέγξει την εξόρυξη και τους δρόμους μεταφοράς των ενεργειακών αποθεμάτων. Βασικός του στόχος, η απώθηση της Ρωσίας από την περιοχή, ο περιορισμός της ενεργειακής εξάρτησης της Ευρώπης από αυτήν και η εξουδετέρωση των πλεονεκτημάτων της. Παράλληλος στόχος, η μεγέθυνση της ισχύος τους έναντι των ευρωπαίων «συμμάχων» τους. Απαραίτητη προϋπόθεση, η περεταίρω υποταγή εξαρτημένων χωρών (όπως η Ελλάδα) και κυρίως η άσκηση πίεσης στην Τουρκία για επανένταξή της στους στρατηγικούς του σχεδιασμούς. Έτσι Αμερικανοί και Ρώσοι ανταγωνιστές, Ευρωπαίοι «σύμμαχοι» και τοπικές άρχουσες τάξεις ανακατεύονται σε ένα κουβάρι αντιπαραθέσεων και «συμμαχιών» με απροσδιόριστη τελική κατάληξη, που πάντως δεν προμηνύεται ευνοϊκή για τους λαούς.

Τη «δημοσιότητα κλέβει» τις τελευταίες ημέρες η επιχειρούμενη γεώτρηση από την Τουρκία «σε μια περιοχή την οποία αξιώνει η Κυπριακή Δημοκρατία ως Αποκλειστική Οικονομική της Ζώνη» -όπως «προσεκτικά» αναφέρει του Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ- και η έξοδος δεύτερου τουρκικού γεωτρύπανου στα βορειοανατολικά της Κύπρου. Μια ενέργεια σίγουρα προκλητική και απαράδεκτη, που -ιδιαίτερα αν περάσει στα νερά του Αιγαίου- φέρνει τον πόλεμο στην πόρτα μας!! Μια ενέργεια που δείχνει ότι η τουρκική αστική τάξη αρνείται να αποδεχτεί την «απομόνωση» με βάση και τους άξονες που έστησαν οι ΗΠΑ στην περιοχή (Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ κλπ) και «παίζει όλα τα χαρτιά της» στη διαπραγμάτευση που εξελίσσεται ανάμεσα σ’ αυτή και τους αμερικανούς, ζητώντας ρόλο περιφερειακής δύναμης σε αναφορά με ότι εξελίσσεται σε Μέση Ανατολή και Αν. Μεσόγειο (απομόνωση Κούρδων, ζώνη ασφαλείας στη Συρία, πετρέλαιο, φυσικό αέριο κλπ).
Ωστόσο αυτή η ανάγνωση (προκλητικές ενέργειες της Τουρκίας) δεν είναι καν η μισή αλήθεια. Εάν περιοριστούμε μόνο σ’ αυτήν δεν μπορούμε να βγάλουμε σωστά συμπεράσματα και να προσανατολίζουμε αναλόγως την πάλη μας. Γιατί η όλη αλήθεια (όπως λέμε η μεγάλη εικόνα) περιλαμβάνει τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και την Αν. Μεσόγειο όπως συνοπτικά αναφέρθηκαν πιο πάνω, δηλαδή του ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και επιδιώξεις.

Περιλαμβάνει ακόμη και τη στάση της ελληνικής άρχουσας τάξης που μπλέκεται σ’ αυτό το κουβάρι των αντιθέσεων που προαναφέραμε. Μπλέκεται γιατί θεωρεί ως ευκαιρία αναβάθμισης του ρόλου της την «ανυπακοή» (προς τους Δυτικούς) της Τουρκίας, και κυρίως γιατί την μπλέκουν οι μεγάλοι προστάτες της στα δικά τους «παιχνίδια», ενεργειακά, γεωστρατηγικά και πολεμικά. Και έτσι φτιάχνει τους άξονες με το κράτος-δολοφόνο του Ισραήλ και τη δικτατορία της Αιγύπτου και εκτελεί υπηρεσίες «κλεισίματος» εκκρεμών θεμάτων (Βόρεια Μακεδονία, Αλβανία κλπ) για να εξυπηρετήσει την επέκταση της επιρροής των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ στα Βαλκάνια.

Καμαρώνει να λέει ότι δεν είναι επιτρεπτό να κανονίζουμε μόνοι μας την τύχη μας, αλλά πρέπει να «ανήκουμε» (σαν υποτακτικοί) στη Δύση. Γι αυτό εκχωρεί τη γη, τον αέρα και τη θάλασσα της χώρας στους μεγαλύτερους φονιάδες του πλανήτη, τους αμερικανούς ιμπεριαλιστές. Υπερηφανεύεται ότι είναι το καλό παιδί του ΝΑΤΟ υπερκαλύπτοντας τις απαιτήσεις του για στρατιωτικές δαπάνες. Και παράλληλα αυξάνει τον πλούτο της μέσα σε δύο χρόνια (2011-2013) κατά 20%, ενόσω το εργατικό εισόδημα μειώνεται κατά 30% στο διάστημα 2009-2015.

Και ύστερα από όλα αυτά απευθύνεται σε αμερικανούς (κυρίως) και ευρωπαίους ιμπεριαλιστές για να «εισπράξει» το αντίτιμο της υποταγής, έτοιμη για κάθε τυχοδιωκτισμό, ονοματίζοντας αυτή την πολιτική σαν «εθνικά αναγκαία και συμφέρουσα».

Μα, θα πει κανείς, δεν πρέπει κάπου να ακουμπήσουμε; Ας υποθέσουμε ότι πρέπει. Μόνο που αυτό το αποκούμπι βρίσκεται σε μια περίοδο πολεμικής επέλασης. Γιουγκοσλαβία, Ιράκ, Αφγανιστάν, Λιβύη, Υεμένη, Συρία είναι μερικές μόνο χώρες που ζήσανε και ζούνε τα καταστροφικά αποτελέσματα αυτής της επέλασης. Ο κατάλογος είναι πολύ μεγαλύτερος και περιλαμβάνει χώρες που «τα είχαν ακουμπήσει» με τον έναν ή άλλο τρόπο στους ιμπεριαλιστές, για να εισπράξουν τελικά την «αγνωμοσύνη» τους. Γιατί αυτοί, οι ιμπεριαλιστές, αποδεικνύουν κάθε στιγμή ότι τους «φίλους» και τους «εχθρούς» τους τούς καθορίζουν και τους εναλλάσσουν με το κατά πόσο εξυπηρετούνται τα δικά τους συμφέροντα, την τάση τους να κατακτούν χώρες, να τις κομματιάζουν και να ξεζουμίζουν τους λαούς τους.

Το αποδεικνύουν άλλωστε και οι πρόσφατες δηλώσεις του Τραμπ και το θερμό κλίμα της συνάντησής του με τον Ερντογάν –αυτόν, τον οποίο θεωρούν «ως μαύρο πρόβατο» του ΝΑΤΟ-. Το αποδεικνύει και η στάση της ΕΕ, που το μόνο που ζητά είναι νέοι όροι διαπραγμάτευσης και σχέσεων με το καθεστώς Ερντογάν.
Βεβαίως η αστική «μας» τάξη ούτε θέλει, ούτε μπορεί να αλλάξει κατεύθυνση. Εξαρτημένη, υποτελής στον ιμπεριαλισμό και συνάμα τυχοδιωκτική, συνεχίζει να οδηγεί το λαό σε επικίνδυνα μονοπάτια. Αυτά τα μονοπάτια βάδισαν και θα συνεχίσουν να βαδίζουν με ομοψυχία όλα τα αστικά κόμματα (ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΙΝΑΛ κλπ).

Το ζητούμενο επομένως είναι, πού προσανατολίζεται η αριστερά, ποιόν δρόμο προσπαθεί να ανοίξει για το λαό μας. Αυτόν της υπόκλισης στα λεγόμενα «εθνικά συμφέροντα» που απορρέουν από τη θέληση του ιμπεριαλισμού και της άρχουσας τάξης, ή το δρόμο της ανάπτυξης ενός λαϊκού κινήματος που θα στοχεύει στην αποτροπή οποιασδήποτε εμπλοκής σε πολεμικές περιπέτειες, και επομένως στην εναντίωση σε κάθε ενέργεια που τις φέρνει πιο κοντά; Αυτόν που περιορίζει την αντιπαράθεση στην «επιθετικότητα» των γειτόνων, ή αυτόν που εναντιώνεται και «στη δικιά μας επιθετικότητα» και πάνω απ’ όλα στην επιθετικότητα των ιμπεριαλιστών, που είναι οι πραγματικοί εμπρηστές του πολέμου; Το δρόμο της διάσπασης και του αλληλοσπαραγμού των λαών ή αυτόν της αλληλεγγύης και του κοινού τους αγώνα ενάντια στους κοινούς εχθρούς, για το κοινό ειρηνικό τους μέλλον; Το δρόμο τους εθνικιστικού μίσους ή αυτόν της αδελφοσύνης και της λαϊκής διεθνιστικής ενότητας; Τελικά, το δρόμο της υποταγής, ή το δρόμο της αντίστασης, της λαϊκής οργάνωσης, της λαϊκής πάλης; Αυτόν, που είναι απαραίτητος για να βάλουν οι λαοί φρένο στην καταστροφή και τον όλεθρο.

Ξάνθη 2/7/2019
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

27 Δεκεμβρίου 2018

Ελληνοτουρκικές σχέσεις: Μερικές παρατηρήσεις πάνω σε ένα άρθρο του Λαϊκού Δρόμου

3
Με αφορμή ένα άρθρο του Λαϊκού Δρόμου για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις μας στάλθηκε το παρακάτω κείμενο από τον σ. Στ. Χατζησάββα. Ο ειλικρινής και συντροφικός διάλογος για τα εθνικά ζητήματα, στη περίπτωσή μας αυτά που αφορούν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, οι διαφορές και οι αντιπαραθέσεις που προκύπτουν γύρω από αυτά τα ζητήματα, κατά κύριο λόγο απευθύνονται στην  εργατική τάξη και το λαό, έχουν (ή πρέπει να έχουν) σα στόχο την διαμόρφωση εκείνης της άποψης - κατεύθυνσης που θα συγκροτήσει ένα κίνημα το οποίο με τη σειρά του θα εξυπηρετεί πραγματικά τα εργατικά και λαϊκά συμφέροντα. Στα πλαίσια αυτού του διαλόγου και στόχου δημοσιεύουμε το άρθρο του συντρόφου.

Ένα ξεκάθαρο ΟΧΙ στην υποτέλεια και τους τυχοδιωκτισμούς της αστικής «μας» τάξης.
Αυτή πρέπει να είναι η κατεύθυνση του λαού

Μερικές παρατηρήσεις πάνω σε ένα άρθρο του Λαϊκού Δρόμου

Θα συμφωνήσω με την επισήμανση που γίνεται στο τελευταίο κεφάλαιο («Σχετικά με μερικές λανθασμένες απόψεις γύρω από ελληνοτουρκικά ζητήματα στο Αιγαίο») ενός ευρύτερου άρθρου του Λαϊκού Δρόμου (15/12/2018), ότι στα ζητήματα των ελληνοτουρκικών σχέσεων και αντιπαραθέσεων (και όχι μόνο για τα χωρικά ύδατα και την ΑΟΖ) υπάρχει αρκετή σύγχυση στο χώρο της αριστεράς και ανάγκη σοβαρής συζήτησης. Είναι άλλωστε ζητήματα που παίζουν καθοριστικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα της χώρας με επιπτώσεις στο λαό και το μέλλον του.

Το άρθρο δίνει αρκετό βάρος στην πορεία διαμόρφωσης του δίκαιου της θάλασσας (παραβλέποντας όμως και υποβαθμίζοντας βασικές πλευρές και παράγοντες αυτής της πορείας) και σε άλλα «τεχνικά» θα έλεγα ζητήματα (για στενά, αβλαβή διέλευση, πόσες διόδους θα έχει η Τουρκία αν εφαρμοστούν τα 12 μίλια, σε ποιες περιοχές του πλανήτη έχουν διευθετηθεί αντίστοιχα θέματα κλπ), οπωσδήποτε ενδιαφέροντα, αλλά που δε νομίζω ότι παίζουν κάποιο ρόλο στη συγκρότηση άποψης μιας αριστερής δύναμης.

Θα ήταν ενδιαφέρον βέβαια να ασχοληθεί κανείς με τους όρους διαμόρφωσης και εφαρμογής των «διεθνών συνθηκών», νομίζω όμως ότι σίγουρα ένα από τα σημαντικά συμπεράσματα αυτής της ενασχόλησης θα είναι ότι, ανεξάρτητα από το βαθμό αποτύπωσης της ισχύος, των συμφερόντων και των συσχετισμών των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων σ’ αυτές τις συνθήκες, τελικά, οι ιμπεριαλιστές τις εφαρμόζουν, τις ερμηνεύουν, τις χρησιμοποιούν ή τις «γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια», στη βάσης της ισχύος τους έναντι των άλλων χωρών (εξαρτημένων, συμμάχων, ανταγωνιστών). Έτσι το διεθνές δίκαιο καταλήγει να είναι ένα «δίκαιο των ισχυρών», ή όπως τελικά λέει το άρθρο «Στη βασική του πλευρά δεν μπορεί να είναι σήμερα παρά ένα δίκαιο που αποτυπώνει την κυριαρχία του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος» (για να συνεχίσει, παρόλα αυτά, ότι «αυτό δε σημαίνει …»).

Οι διεθνείς συνθήκες διαμορφώνουν (με τους όρους που προαναφέρθηκε) διακρατικές σχέσεις, αλλά όχι όρους κίνησης των λαϊκών μαζών. Το εργατικό και λαϊκό κίνημα και οι οργανώσεις που αναφέρονται σ’ αυτό καθορίζουν στόχους πάλης με βάση τα λαϊκά συμφέροντα και στη βάση αυτόνομης και αντιπαραθετικής προς τις κυρίαρχες τάξεις και τον ιμπεριαλισμό, συγκρότησής τους. Αυτή η κατεύθυνση, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες ήττας και αποσυγκρότησης του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος, είναι αποφασιστικός παράγοντας για την πορεία ανασυγκρότησης του κινήματος σε ταξική κατεύθυνση. Αλλιώς ελλοχεύει σοβαρός κίνδυνος (και ανεξαρτήτως προθέσεων) της «ενσωμάτωσής» του στο «εθνικό» αφήγημα.

Βρισκόμαστε σε μια περίοδο όπου οι δύο αστικές τάξεις Ελλάδας και Τουρκίας θεωρούν, η κάθε μία για τον εαυτό της, ότι παρουσιάζονται όροι (ευκαιρίες, αναγκαιότητες, πιέσεις, κίνδυνοι) που τις επιτρέπουν (ή τις ωθούν) να αναβαθμίσουν το ρόλο τους στην περιοχή, η μία σε βάρος της άλλης. Η αναζήτηση αυτής της αναβάθμισης έχει αναφορά κυρίως τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, οι δε «όροι» που θεωρούν ότι τους παρουσιάζονται, προσδιορίζονται από τον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό που εκτείνεται σε όλη την άμεση περιοχή μας (αλλά και ευρύτερα) και έχει ανέβει σε επίπεδα παροξυσμού.

Ζητήματα που συμπυκνώνουν αυτόν τον ανταγωνισμό το τελευταίο διάστημα, είναι η αιγιαλίτιδα ζώνη (επέκταση σε 12 μίλια) και η ΑΟΖ (καθορισμός, οριοθέτηση). Με την εκτίμηση, από τη μια, της ελληνικής αστικής τάξης και της κυβέρνησης ότι η πλήρης υποταγή στις ΗΠΑ δίνει περιθώρια ρυθμίσεων που θα ευνοούν την «ελληνική πλευρά», θα αναβαθμίζουν το ρόλο της και θα ακυρώνουν τις τουρκικές φιλοδοξίες, και από την άλλη, με το «κάζους μπέλι» της Τουρκίας, τις προκλήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ, τους αναθεωρητισμούς, τις επιδιώξεις της να παίξει ρόλο περιφερειακής δύναμης. Φυσικά αυτά τα ζητήματα μπλέκονται με κινήσεις και εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και τα Βαλκάνια, ενώ χρησιμοποιούνται από τις ΗΠΑ (κυρίως) για τον έλεγχο τόσο της Ελλάδας, όσο και της Τουρκίας. Αυτός είναι ο ρόλος του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, να «κλείνει» το μάτι στην ελληνική αστική τάξη, την ίδια στιγμή που πιέζει και επιθυμεί την Τουρκία σαν οργανικό στοιχείο της όλης πολιτικής του στην περιοχή (αν δεν υπήρχε ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός, μια χαρά θα τους βόλευε απέναντι στη Ρωσία, η επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης μιας χώρας την οποία την έχουν στενά δεμένη στο άρμα τους).

Το ζήτημα που τίθεται επομένως δεν είναι εάν η επέκταση των χωρικών υδάτων είναι -γενικά- «κυριαρχικό δικαίωμα της Ελλάδας» και εάν προκύπτει αυτό το δικαίωμα από (δίκαιες ή άδικες) διεθνείς συνθήκες. Το ζήτημα είναι ποια τάξη, με ποιους όρους, κάτω από ποιες συνθήκες και με ποιες επιδιώξεις προχωράει στην υλοποίηση αυτού του «δικαιώματος». Εάν η άσκησή του θα αποβεί σε όφελος ή σε βάρος του λαού στη βάση του «σημερινού χρόνου» και των σημερινών δεδομένων, όπως αναφέρθηκαν παραπάνω. Αν, όπως λέει και το άρθρο, «παρέχει μεγαλύτερη ασφάλεια» για το λαό, ή κινείται σε αντίθετη κατεύθυνση. Αν σα συνέπεια αυτής της «διεκδίκησης», παρέχονται ή όχι στους ιμπεριαλιστές περισσότερα εργαλεία χρησιμοποίησης του λαού και της χώρας στις αντιδραστικές τους επιδιώξεις. Και επίσης, και πιο σημαντικό, αν δημιουργούνται ή όχι, προϋποθέσεις περαιτέρω όξυνσης, θερμών επεισοδίων έως και ανοιχτών πολεμικών κινδύνων για το λαό. Η υπεράσπιση ή διεκδίκηση «κυριαρχικών δικαιωμάτων» από την πλευρά των λαϊκών δυνάμεων δεν τίθενται γενικώς, πολύ περισσότερο δεν τίθενται με τους όρους των κυρίαρχων εκμεταλλευτριών δυνάμεων. Τίθεται μόνο από τη σκοπιά των δικών τους συμφερόντων και της δικιάς τους προοπτικής.

Με αντίστοιχο τρόπο τίθεται και το ζήτημα των ΑΟΖ, μολονότι πρόκειται για διαφορετικού περιεχομένου «δικαίωμα». Ακόμη κι αν υποθέταμε ότι είναι προϊόν πίεσης των μικρών κρατών (αν και αφετηρία του δικαίου των θαλασσών στο ζήτημα αυτό είναι η Διακήρυξη Τρούμαν στις 28 Σεπτέμβρη του 1945), είναι πραγματικά «παράδοξο» και το λιγότερο, «προϊόν σύγχυσης» (για να χρησιμοποιήσουμε δύο εκφράσεις του άρθρου) να μην γίνεται κατανοητό το πώς οι ΑΟΖ γίνονται «ένα επιπλέον εργαλείο εκβιασμού και ελέγχου των εξαρτημένων χωρών από τις ιμπεριαλιστικές χώρες». Αλήθεια, επιβεβαιώνουν ή ακυρώνουν τον παραπάνω ισχυρισμό οι εξελίξεις γύρω από την κυπριακή ΑΟΖ; Πόσο αυτές βοήθησαν τη λαϊκή υπόθεση, την ενότητα και ανεξαρτησία του λαού της Κύπρου (ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων); Τι πραγματικά κατοχυρώνει αυτό το υποτιθέμενο «κυριαρχικό δικαίωμα» της Κυπριακής ελίτ, που το απομυζούν οι μεγάλες πετρελαϊκές πολυεθνικές, το… «περιφρουρούν» οι αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις, γίνεται εργαλείο ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού και μέσο για ακόμη πιο αντιδραστικές «λύσεις» στο Κυπριακό;

Υπ’ αυτό το πρίσμα το πραγματικό ερώτημα που μπαίνει για το λαό μας και τις πολιτικές δυνάμεις που αναφέρονται σ’ αυτόν, είναι ένα και μοναδικό: με ποιον τρόπο, με ποιες θέσεις και με ποια αιτήματα θα αναπτυχθεί ένα ισχυρό, αντιπολεμικό αντιιμπεριαλιστικό κίνημα, ένα κίνημα χειραφετημένο από αστικές επιρροές, με ταξικό προσανατολισμό, που θα βάζει στο στόχαστρό του τους πραγματικούς εχθρούς του (ιμπεριαλιστές και εξαρτημένες-τυχοδιοκτικές αστικές τάξεις), που θα αντιτίθεται σε κάθε ενέργεια που φέρνει πιο κοντά τον πόλεμο και θα συγκροτεί την εργατική τάξη και τις λαϊκές δυνάμεις στην κατεύθυνση της αποτίναξης από επάνω τους του καθεστώτος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης. Ιδιαίτερα στους σημερινούς δυσμενείς ταξικούς συσχετισμούς είναι πιο επιτακτική η ανάγκη, αυτό το κίνημα να μην αφήνει ούτε μία χαραμάδα για να εισχωρήσει στη συνείδηση του λαού η ανοχή, η αποδοχή και πολύ περισσότερο η ανάγκη ένταξης στο «εθνικό αφήγημα».

Είναι σίγουρο ότι ο ΛΔ, και το Μ-Λ ΚΚΕ, συμφωνεί με τις παραπάνω επισημάνσεις. Ίσως γι αυτό δεν αποτολμά να προχωρήσει σε «εξειδίκευση» της πολιτικής του άποψης. Γιατί εδώ πραγματικά παρουσιάζεται μια «σύγχυση». Ή «τα 12 μίλια αιγιαλίτιδα ζώνη και οι ΑΟΖ γίνονται εργαλεία των ιμπεριαλιστών όταν τα κράτη τα κυβερνούν εξαρτημένες και υποτελείς στον ιμπεριαλισμό κυβερνήσεις» (όπως λέει το άρθρο) ή «πρόκειται για ένα κυριαρχικό δικαίωμα που προβάλλει έναν ελάχιστο φραγμό στην αρπαγή του παράκτιου πλούτου πολλών μικρότερων χωρών από τα μεγάλα κράτη και πρώτα απ’ όλα από τα ιμπεριαλιστικά κράτη» (στο ίδιο). Γιατί «δουλειά» μιας κομμουνιστικής οργάνωσης δεν είναι να κάνει γενικές διαπιστώσεις, οι οποίες κάπου, σε κάποιον χρόνο και σε κάποιες συνθήκες μπορούν να δώσουν ένα (α) αποτέλεσμα. «Δουλειά» της είναι να κάνει «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης» και να προσδιορίζει συγκεκριμένες θέσεις - στόχους πάλης για το κίνημα. Αν τελικά η επέκταση των χωρικών υδάτων είναι «σήμερα» ένα δίκαιο αίτημα (όπως ισχυρίζεται), αν η οριοθέτηση της ΑΟΖ προστατεύει τη χώρα και το λαό από τις αρπακτικές ορέξεις των ιμπεριαλιστών, τότε αυτά τα αιτήματα (σαν γνήσια αντιιμπεριαλιστικά) θα πρέπει να μπουν στην ημερήσια διάταξη του κινήματος. Το σύνθημα «άμεση επέκταση των χωρικών υδάτων», όπως και «οριοθέτηση της ΑΟΖ τώρα», θα πρέπει να μπουν στις «σημαίες» του κινήματος, μαζί με την καταγγελία της αστικής τάξης, της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης σαν «ενδοτικές» που δεν προχωρούν στην υλοποίηση «κυριαρχικών μας δικαιωμάτων». Αλήθεια, θεωρεί το Μ-Λ ΚΚΕ ότι αυτοί οι στόχοι υπηρετούν την ανασυγκρότηση του εργατικού και λαϊκού κινήματος σε ταξική κατεύθυνση; Υπηρετούν την ανάγκη συγκρότησης του λαού σε αντιπολεμική αντιιμπεριαλιστική βάση; Μπορούν να τον οδηγήσουν σ’ εκείνο το επίπεδο συγκρότησης ώστε να είναι ικανός να πετύχει την ανεξαρτησία της χώρας του και την υπεράσπιση κάθε κυριαρχικού του δικαιώματος;

Νομίζω ότι είναι ξεκάθαρο πως τέτοιοι στόχοι, όχι μόνο δεν υπηρετούν τη λαϊκή υπόθεση, αντίθετα απονευρώνουν και αφοπλίζουν το λαό και εντάσσουν την όποια κίνησή του στο «εθνικό αφήγημα». Τα συμφέροντα και οι στόχοι του λαού για ειρήνη και ανεξαρτησία δεν έχουν καμία σχέση με τις «διεκδικήσεις» της αστικής «μας» τάξης. Γι αυτό είναι ανάγκη, τα αιτήματα πάλης του λαού να περιέχουν ένα ξεκάθαρο ΟΧΙ σε κάθε κίνηση ή ενέργεια που οδηγεί τον ελληνικό και τούρκικο λαό πιο κοντά στην πολεμική αντιπαράθεση. Ένα ξεκάθαρο ΟΧΙ τόσο στην υποτέλεια όσο και στον τυχοδιωκτισμό, στη βάση των οποίων η αστική τάξη ξεπουλάει το λαό και τη χώρα στους ιμπεριαλιστές, και ζητάει σαν αντάλλαγμα 12 μίλια, ΑΟΖ, ενεργειακούς αγωγούς και επιρροή στα βαλκάνια. Για να εκχωρήσει και αυτά τα «ανταλλάγματα» στους μεγάλους προστάτες της και να βάλει πρόσθετες θηλιές στο λαιμό του λαού.

Σ. Χατζησάββας
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ