Ο όμιλος Φιλίππου, στον οποίο ανήκει και η ΒΙΣ στον Βόλο, προχώρησε σε 31 απολύσεις και κλείσιμο του τμήματος παραγωγής χαρτιού. Οι εργάτες, μπροστά σε αυτή την εξέλιξη, αποφάσισαν, από την Τετάρτη 30 Σεπτέμβρη, 24ωρες, επαναλαμβανόμενες απεργίες με στόχο να αναγκάσουν την εργοδοσία να πάρει πίσω τις απολύσεις.
Με ημερομηνία 30/9, κυκλοφόρησε μία ανακοίνωση του ΕΕΚ Μαγνησίας, με αφορμή τις απολύσεις στην ΒΙΣ, που κάνει τη διαπίστωση ότι:
«Απαιτείται ένα νέο πλαίσιο αγώνων που να χτυπάει τον καπιταλισμό στη καρδιά του, συνολικά και ολοκληρωτικά. Η επόμενη μέρα πρέπει να είναι εφιάλτης γι’ αυτούς κι όχι για εμάς. Όλα τα ημίμετρα είναι καταδικασμένα να αποτύχουν».
Μετά από ένα τέτοιο βερμπαλιστικό κρεσέντο, είναι αλήθεια ότι αναζητάς με αρκετό ενδιαφέρον ποιους στόχους πάλης πρέπει να θέσουν οι εργάτες της ΒΙΣ, καθώς «όλα τα ημίμετρα είναι καταδικασμένα».
Διαβάζουμε στην συνέχεια της ανακοίνωσης:
«Να υπάρξει μια νομοθετική ρύθμιση αποκλειστικά για το εργοστάσιο της ΒΙΣ (όχι ένας γενικός νόμος που θα ερμηνεύεται κατά το δοκούν από τα δικαστήρια) που να ανακόπτει όλες τις διαδικασίες λουκέτου, να εθνικοποιεί το εργοστάσιο χωρίς καμιά αποζημίωση στον Φιλίππου, να διαγράφει κάθε απαίτηση ιδιωτών πιστωτών έναντι του πάγιου εξοπλισμού της εταιρείας (οικόπεδα, μηχανήματα, κλπ) και θα τα αποδίδει όλα στους εργάτες της ΒΙΣ».
Προφανώς, με την πρόταση αυτή οι εργάτες πρέπει να στραφούν προς την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και να απαιτήσουν την εθνικοποίηση του εργοστασίου με νομοθετική ρύθμιση, χωρίς αποζημίωση και την απόδοσή του στους εργάτες.
Εδώ δύο πράγματα μπορεί να συμβαίνουν. Είτε οι συντάκτες της ανακοίνωσης έχουν την άποψη ότι η παρούσα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ παραμένει «αντιφατική» και συνεχίζεται η «ελπίδα», οπότε κάτω από την πίεση των εργατών μπορεί και να νομοθετήσει στη βουλή την εθνικοποίηση του εργοστασίου. Στην ίδια βουλή που, ως προηγούμενη κυβέρνηση μαζί με τα υπόλοιπα αστικά κόμματα, ψήφιζε το 3ο μνημόνιο με τα βάρβαρα μέτρα ενάντια στην εργατική τάξη και όλο τον λαό. Είτε έχουν πάρει διαζύγιο από κάθε στοιχείο του επαναστατικού μαρξισμού που κατά τα άλλα δήθεν υπερασπίζονται, για τον ρόλο του αστικού κράτους και των αστικών θεσμών στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος
και μάλιστα σε καθεστώς πλήρους ιμπεριαλιστικής εξάρτησης, στοιχείο που ούτε καν αναφέρεται στην ανακοίνωσή τους.
Το γεγονός ότι αστικές κυβερνήσεις και στην Ελλάδα κρατικοποίησαν εργοστάσια λειτουργώντας όμως σαν «συλλογικοί καπιταλιστές», όπως ο Καραμανλής το 74-75 με τα ναυπηγεία Ανδρεάδη και την Εμπορική Τράπεζα ή ο Παπανδρέου με τις λεγόμενες «προβληματικές» (ΑΓΕΤ κλπ), δεν σημαίνει ότι το έκαναν για να προστατέψουν την δουλειά και το μεροκάματο των εργατών και γενικότερα των εργαζομένων αλλά για να τις «εξυγιάνουν» φορτώνοντας τα χρέη τους στον λαό μέσα από τον κρατικό προϋπολογισμό και να τις ξαναδώσουν στις πιο ισχυρές μερίδες, κάθε φορά, του ξένου και ντόπιου κεφαλαίου, όπως και έκαναν.
Υπάρχει όμως και συνέχεια στην ανακοίνωση:
«Η νέα διοίκηση της εταιρείας να οριστεί αποκλειστικά από τη γενική συνέλευση των εργατών, άμεσα υπόλογη σε αυτήν και άμεσα ανακλητή από αυτήν».
Δεν ξέρουμε αν είναι από βιασύνη αλλά μας κάνει εντύπωση ότι το εργοστάσιο θα είναι περιουσία «εταιρείας» και θα έχει και «διοίκηση» η οποία καταλαβαίνουμε από την ανακοίνωση ότι θα συμπεριλαμβάνεται στην νομοθετική ρύθμιση της κυβέρνησης και «φυσικά» θα ορίζεται από την γενική συνέλευση των εργατών.
Μόνο που δεν μας εξηγούν την νομική μορφή της εταιρείας (ΑΕ, ΕΠΕ, ΟΕ, ΕΕ, ΚΟΙΝΣΕΠ).
Δεν κάνουμε πλάκα αλλά αναρωτιόμαστε πού μπορεί να φτάσει η «πλάκα» κάποιων την ίδια στιγμή που απολύεται κόσμος.
Τα πράγματα όμως δεν σταματούν εδώ:
«Να χρηματοδοτηθεί η ΒΙΣ από τις τράπεζες άτοκα, οι οποίες αυτή τη στιγμή αν και διαθέτουν ιδιωτικό management, στην πραγματικότητα ανήκουν στο κράτος μέσω των μηχανισμών χρηματοδότησης που έχουν στηθεί για τη διάσωσή τους. Αίτημά μας πρέπει να γίνει να περάσουν οι χρυσοπληρωμένες τράπεζες στα χέρια των εργαζομένων, γιατί μόνο τότε είναι δυνατόν να υπάρξει η αναγκαία χρηματοδότηση στη βάση των κοινωνικών αναγκών και όχι για το κέρδος, ώστε να πολεμηθεί η μαζική ανεργία και εξαθλίωση των εργατών. Η χρηματοδότηση πρέπει να εμπεριέχει και τη μορφή κρατικών εγγυήσεων για την επαναλειτουργία του εργοστασίου».
Επειδή λοιπόν δεν γίνεται να χρηματοδοτηθεί η ΒΙΣ άτοκα από τις τράπεζες, της εθνικοποίησης της ΒΙΣ και κάθε άλλου εργοστασίου σε παρόμοια κατάσταση πρέπει να προηγηθεί η εθνικοποίηση των τραπεζών, φυσικά από την ίδια κυβέρνηση που σήμερα φορτώνει με 25δις βάρβαρα μέτρα τον λαό μόνο για την ανακεφαλαιοποίησή τους.
Οι εργάτες, λοιπόν, πρέπει να στραφούν προς την κυβέρνηση και να την αναγκάσουν να νομοθετήσει την εθνικοποίηση των τραπεζών, έτσι ώστε να μπορέσουν να χρηματοδοτηθούν τα εργοστάσια που ήδη θα τους έχει δώσει με άλλη νομοθετική ρύθμιση.
Αλλά το σχέδιο δεν είναι ολοκληρωμένο, λείπει το βασικό. Με ποιες παραγγελίες θα λειτουργήσει το εργοστάσιο; Μην ανησυχείτε, η απάντηση είναι έτοιμη:
«Να υπάρξουν ρυθμίσεις που να διασφαλίζουν στη ΒΙΣ δικαίωμα προτίμησης σε όλες τις προμήθειες του δημοσίου και σε όλα τα έργα που χρηματοδοτεί το δημόσιο μέσω προκηρύξεων ώστε να υπάρξει αντικείμενο εργασιών για τη ΒΙΣ».
Πάλι με νομοθετικές ρυθμίσεις, λοιπόν, η κυβέρνηση θα επιβάλει «δικαίωμα προτίμησης» στην ΒΙΣ σε όλες τις κρατικές προμήθειες (στρατός κ.ά.) έναντι άλλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων, ξένων και ντόπιων, που δεν έχουν ακόμη εθνικοποιηθεί. Η κυβέρνηση που ξεπουλά όλες τις υποδομές (αεροδρόμια, λιμάνια, ΔΕΗ, ΟΣΕ κ.ά.) στο ξένο κατά κύριο λόγο κεφάλαιο και ο Τσίπρας, που καλεί από τις ΗΠΑ τους επενδυτές να δουν την «ευκαιρία» των επενδύσεων στην Ελλάδα, θα δώσουν «δικαίωμα προτίμησης» σε μια εθνικοποιημένη βιομηχανία που τη διοίκησή της την έχει παραδώσει στους εργάτες.
Όλα τακτοποιημένα και «νομοθετικά ρυθμισμένα», έτσι ώστε να μην υπάρχουν «παρεξηγήσεις» αν τυχόν υπάρξουν δικαστικές εμπλοκές (
όχι ένας γενικός νόμος που θα ερμηνεύεται κατά το δοκούν από τα δικαστήρια), για να ξαναθυμηθούμε το πρώτο σημείο της ανακοίνωσης.
Παρεμπιπτόντως, με την απονομή της δικαιοσύνης τι θα γίνει; Δεν μας πληροφορεί η ανακοίνωση. Από ότι καταλαβαίνουμε, μένει προσωρινά έξω από την στόχευση των συντακτών της για να συνεχίζει τον «ανεξάρτητο» ρόλο της.
Αυτά που διαβάσαμε στην ανακοίνωση του ΕΕΚ τα έχουμε ακούσει ή τα έχουμε διαβάσει από μία σειρά οργανώσεις και πολιτικούς χώρους είτε της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς είτε της αναρχίας/αυτονομίας, σε διάφορες παραλλαγές που δεν ταυτίζονται σε όλα μεταξύ τους. Εκεί που υπάρχει πλήρης ταύτιση είναι στην λογική «αφού δεν μπορείτε εσείς, μπορούμε εμείς». Απέναντι στην κρίση του συστήματος που φέρνει απολύσεις και κλείσιμο εργοστασίων και επιχειρήσεων, η απάντηση, για αυτές τις απόψεις, είναι ότι υπάρχει η «λύση» να δοθούν τα εργοστάσια ή να πάρουν τα εργοστάσια οι εργάτες και να τα λειτουργήσουν οι ίδιοι για το δικό τους συμφέρον.
Με τις θέσεις αυτές όλοι όσοι κάνουν τέτοιες προτάσεις δεν θέλουν ή δεν μπορούν να απαντήσουν στην επίθεση του συστήματος στην εργατική τάξη και τους εργαζόμενους, αλλά εκείνο που τους ενδιαφέρει είναι πώς θα «γιατρέψουν» τις επιπτώσεις από την κρίση του.
Θεωρούν ότι η επίθεση είναι μόνο αποτέλεσμα της κρίσης και όχι στρατηγική επιλογή του κεφαλαίου για την αποσυγκρότηση της εργατικής τάξης, με κεντρικό πυρήνα το δικαίωμά της στην δουλειά και ότι αυτό σημαίνει στην αμοιβή, το ωράριο, την ασφάλιση, τις συνθήκες ασφαλείας και στη διάλυση της οργανωμένης πάλης μέσα στους χώρους δουλειάς. Ανάμεσα σε αυτές τις απόψεις υπάρχουν και αυτές που, στις περασμένες περιόδους «ευμάρειας» του συστήματος, μιλούσαν για «ενσωματωμένη εργατική τάξη» ή δεν μπορούσαν καν να την αναγνωρίσουν. Την «ανακάλυψαν» με το ξέσπασμα της τελευταίας κρίσης του συστήματος.
Η παραγωγή στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος δεν γίνεται για να καλύψει τις πραγματικές ανάγκες του λαού αλλά για την κλοπή της υπεραξίας των εργατών και την κερδοφορία των κεφαλαιοκρατών. Όποτε αυτό δεν το επιτυγχάνουν, έρχονται οι απολύσεις ή τα κλεισίματα, η απληρωσιά ή η μαύρη εργασία, οι ελαστικές σχέσεις, οι απειλές και οι εκβιασμοί. Απέναντι σε αυτή την επίθεση είναι απαραίτητη η συγκρότηση της πάλης των εργαζόμενων που δεν θα δείξει καμία κατανόηση στα «ζόρια» των καπιταλιστών και δεν θα μείνει στο στενό πλαίσιο του κάθε χώρου εργασίας αλλά αναζητά συντονισμό και αλληλεγγύη για να συγκεντρωθούν περισσότερες δυνάμεις γύρω από την πάλη και την νικηφόρα προοπτική της.
Η πάλη των εργατών και όλων των εργαζομένων για το δικαίωμα στην δουλειά και την ζωή δεν στρέφεται μόνο ενάντια στο κεφάλαιο και τον κάθε εργοδότη ξεχωριστά αλλά αποτελεί και ένα πολιτικό αίτημα όλου του εργαζόμενου λαού απέναντι στις αστικές κυβερνήσεις που στηρίζουν και ευνοούν την επίθεση.
Η πάλη αυτή συγκροτεί τους εργάτες και όλο τον εργαζόμενο λαό απέναντι στον ταξικό τους αντίπαλο αλλά και πολιτικά απέναντι στους υπηρέτες του κεφαλαίου και των ιμπεριαλιστών. Όσοι θέλουν να αποφύγουν την πολιτική συγκρότηση με διαχειριστικές προτάσεις είτε εθνικοποίησης είτε αυτοδιαχείρισης, αποδυναμώνουν τους εργατικούς αγώνες καθώς τους καθηλώνουν σε αυταπάτες για «λύσεις» στο έδαφος του συστήματος της εκμετάλλευσης και της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης.
Και κάτι τελευταίο.
Για την εργατική τάξη και όλο τον εργαζόμενο λαό, τα εργοστάσια και οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να δουλέψουν για το δικό τους συμφέρον όσο δεν έχουν αυτοί την εξουσία. Σε κάθε άλλη περίπτωση, μέσα στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος, θα αναπαράγουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, με όση επαναστατική φλυαρία και αν επιχειρείται να καλυφτεί αυτή η αλήθεια.
Γρηγόρης Ανδρεάτος - Προλεταριακή Σημαία