29 Αυγούστου 2019

Η μούσα της εργατιάς σίγησε. Μα όχι παντοτινά. (Ξαποσταίνει, συλλογάται, καρτερεί)

Αμοιβή με πενταροδεκάρες. Λες και ζητιανεύει ταπεινωμένη και όχι βαδίζοντας με αγέρωχο ύφος, αφού παράγει τα πάντα. Άγραφος πλέον κανόνας η πληρωμή με το σταγονόμετρο. Ενίοτε δε με ερμητικά κλειστή κιόλας τη στρόφιγγά της. Πέταγμα ανενδοίαστα στη χωματερή της απόλυσης σαν στυμμένη λεμονόκουπα. Αντεργατικά μέτρα τέτοιας σκληρότητας, ώστε ακόμη και ο ονοματοδότης της νομοθετικής αυστηρότητας Δράκων θα ένοιωθε επιεικής.

Όσο για την προφύλαξη από πυρκαγιές, πλημμύρες και σεισμούς, ε τι να κάνουμε; Μερικές φορές η φύση γίνεται μανιώδης. Εκεί τα παράπονά σας λοιπόν. Ίσως για ορισμένους υδροκέφαλους επίσης οφείλεται στην τιμωρητική οργή του επουράνιου Πατέρα για τις «σοδομικές» παρεκτροπές του ποιμνίου. Που αποστρέφεται δηλαδή τις πνευματικές αξίες και επιμένει αγκυλωμένα στον «ΜΗΔΕΝΙΣΜΟ» της αναζήτησης και διεκδίκησης των υλικών, χοϊκών αγαθών. Δηλαδή ενός κομματιού ψωμιού σκεπασμένου με μούχλα.

Πλαίσιο προστασίας της ακεραιότητας και ζωής στη φάμπρικα; Φτιαγμένο από άχυρο. Και με εγκληματική παρενέργεια την πρόκληση σε σχεδόν καθημερινή βάση των παραπλανητικά επονομαζόμενων ατυχημάτων. Για τους απείθαρχους μάλιστα που αρνούνται τις εξευτελιστικές υποκλίσεις στο αφεντικό και την υπακοή στην κρατική του πανοπλία, αναλαμβάνουν δράση νουθέτησης τα ρόπαλα και ασφυξιογόνα αέρια των ΜΑΤ.

Η δικαστική τήβεννος με ανέκαθεν βλοσυρό ύφος και πάντοτε ταξικός κέρβερος, απαγορεύει ρητά το σήκωμα του κεφαλιού.

Συντάξεις σε μέγεθος αντίδωρου του παπά και ιδανικές για νηστεία ασκητή. Άλλωστε σε αυτή την υπέργηρη ηλικία η παχυσαρκία είναι ένα μείζον πρόβλημα και η χοληστερίνη καραδοκεί. Για αυτό πάνσοφα συνέστησε ο τέως πρωθυπουργός Αλέξης την ολιγαρκή αφθονία. Όμως (διευκρινιστικά) το ολιγαρκές για τους βιοπαλαιστές και η αφθονία για το ανέκαθεν παχύσαρκο κηφηναριό.

Περίθαλψη; Όσο αντέχει το μισοάδειο πορτοφόλι. Οι υπόλοιποι ας σκεφτούν, πως αργά ή γρήγορα όλοι κάποτε θα εγκαταλείψουμε τον «μάταιο» ετούτο κόσμο.

Δικαίωμα στην μόρφωση των φτωχών; Και το δημοτικό τους περισσεύει. Εξάλλου και με πτυχίο πάλι κακορίζικο θα είναι το μέλλον τους.

Εκεί τώρα όπου πράγματι δεν υφίστανται μνημονιακές περικοπές για την εργατολαϊκή μάζα, είναι οι πολεμικοί κίνδυνοι. Η μάνα πατρίδα καταστρώνει για την πλέμπα «λαμπρά» σχέδια, όπου θα καταλάβει αδιαμφισβήτητα «εξέχουσα» θέση σε αυτά. Οιστρηλατημένη με πόθους γεωπολιτικής αναβάθμισης και εκλιπαρώντας για την ιμπεριαλιστική εύνοια, δεν θα διστάσει χειρότερα από τον μυθικό Κρόνο να ξαναφάει τα παιδιά των πληβείων. Με τη μοίρα των τελευταίων και παρά τις αποκλειστικά από αυτούς σπαρακτικές θυσίες σε επίφοβες αδελφοκτόνες μάχες να παραμένει η ίδια. Άθλια. Και χειρότερη ακόμη. Όπως κάπου, κάποτε συνέβη στη Μικρά Ασία. Το μόνο σίγουρο που θα κερδίσει η ανθρώπινη καύσιμη ύλη του μεγαλοϊδεατικού σφαγείου, είναι η ανταμοιβή μέσω της μνημόνευσης και θυμιατίσματος σε κάποιο ένδοξο ηρώο πεσόντων. Πνιγμένο με μαραμένα δαφνοστέφανα σε ετήσιες επετείους, όταν τα φτιαγμένα με ατόφιο χρυσάφι θα φορούν οι σε παραμυθένια και ασφαλέστατη ζωή ελάχιστοι εκλεκτοί.

Και «κερατάς» και δαρμένος

Μα το προηγούμενο αφόρητο σκηνικό στην εποχή μας εμπλουτίζεται με νέα δεδομένα. Δεν αρκούσαν όλα τα προηγούμενα «θαυμαστά» δώρα του δήθεν πετυχημένου, τροπαιοφόρου και βιώσιμου συστήματος. Του γερά γραπωμένου (και ανήμπορου να αδειοδοτεί έως και έναν απλό ελλιμενισμό ιρανικού πετρελαιοφόρου στα όρια δικαιοδοσίας του) από τα δυτικά και βρωμερά ιμπεριαλιστικά νύχια ελληνικού καπιταλισμού. Εισάγονται τώρα στην πρακτική του καινούρια ήθη. Ανασταίνοντας την ωμή πια και άμεση βαρβαρότητα και καταδικασμένα δουλοκτητικά κατάλοιπα του αρχαίου παρελθόντος. Ζωηρεύοντας σε αποθρασυμένη ένταση τα αξερίζωτα ορμένστικτα των εκάστοτε εκμεταλλευτών. Όταν στις υπέροχες και νοσταλγικές για εκείνους εποχές το κνούτο οργίαζε..

Δηλαδή με γροθιές διανομέα στην Αθήνα. Λακτίσματα. Καψίματα με βραστό λάδι. Τρομοκράτηση με μπιστόλι στο Ηράκλειο. Απειλές από μαχαιροβγάλτη ξενοδόχο στην Κέρκυρα. Χαστουκίσματα καθαρίστριας στη Φαιστό. Τα προαναφερθέντα (από τα φανερωμένα βέβαια) περιστατικά αποτελούν βιαστικό σταχυολόγημα από τον απέραντο κάμπο της εκμετάλλευσης.

Όλες ετούτες οι βαναυσότητες όμως δεν αποτελούν στιγμιότυπα μιας τυχαίας έξαψης. Τα οποία κατ` εξαίρεση αντίκεινται στη λειτουργία μιας κανονικότητας και την ενάρετα ρυθμισμένη ροή μιας ευταξίας, που σέβονται και υπολογίζουν την αξία και προσφορά των ροζιασμένων χεριών. Του ντιλιβερά, του μαθητευόμενου μάγειρα, του οικοδόμου, του λοστρόμου, του σιδηρουργού. Απλά συνιστούν πτυχές βίας πάνω στο επί χιλιετηρίδες εμπεδωμένο στο κοινωνικό υποσυνείδητο υπόβαθρο της βίας. Εφόσον ο κοινωνικός διαχωρισμός, η ανισότητα και αδικία προϋποθέτουν καταπίεση. Απαιτούν βία. Ταξική. Η πρώτη ύλη της οποίας στο ιστορικό «συνεχές» ανάλογα με ειδικότερες συνθήκες πλάθεται σε διάφορα σχήματα.

Καθότι (και παρεμπιπτόντως) η βία πρωτογενώς δεν έχει φύλο. Αρσενικό ή γυναικείο. Δεν σχετίζεται με δερματολογική διάκριση. Λευκού ή έγχρωμου. Μήτε αποτελεί απόρροια κάποιας θρησκευτικής μισαλλοδοξίας. Χριστιανικής ή μωαμεθανικής ή οποιασδήποτε άλλης «εξελιγμένης» ειδωλολατρίας. Ποτέ ακόμη δεν υπήρξε θέμα φερειπείν αμιγώς σεξουαλικής διαστροφής. Απλά κάθε εκδήλωση βίας αποτελεί γενικά ένα δευτερεύον επίστρωμα επάνω σε ένα υπόβαθρο πολύμορφα ασκούμενης ΤΑΞΙΚΗΣ καταστολής.

Ενδεικτικά η ταχύρυθμη καταβύθιση επί μνημονίων του βιοτικού επίπεδου του λαού και η παράλληλα ισόποση διόγκωση του εισοδήματος της πλουτοκρατίας, ή η έστω διατήρηση της, η δεδομένη κλιμάκωσή της, αλλά ακόμη και η φαντασιακή ολική επαναφορά (εκτός εάν εξυπακούεται διαφοροποιηθούν οι αυριανοί συσχετισμοί) στην προτεραία κατάσταση της απατηλής και σχετικής ευμάρειας, όλα αυτά λοιπόν δεν συνιστούν μια ροή βιαιότητας; Μήπως εθελούσια, ειρηνικά και απλόχερα εκχωρεί ο εργαζόμενος στον εκμεταλλευτή την παραγόμενη υπεραξία του (άρα και την αξία μιας ποιοτικής διαβίωσης); Ή ακριβώς αντίθετα, υφαρπάζεται ακούσια, ανελεύθερα, βάναυσα;

Ενορχηστρωμένη προσπάθεια εξευτελισμού

Οπότε σε αυτό το πλαίσιο οι στην ημερήσια σχεδόν εργασιακή διάταξη ξυλοδαρμοί συνθέτουν ένα απεχθές σύγχρονο ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ. Απόηχο βασικά της κατά μέτωπο στρατηγικής επίθεσης παγκόσμια του μη παγκοσποιημένου κεφαλαίου στις δυνάμεις της δουλειάς. Και συνάμα καρποφόρο εργαλείο της παραπέρα αποσυγκρότησης και συντριβής του ηθικού της εργατικής τάξης. Εκπέμπουν ένα μήνυμα σαφές. Εργάτη, είσαι ένα σκουπίδι, ένα τίποτα.

Οφείλεις μέσω των φαρισαϊκά καταδικασμένων από την επίσημη πολιτεία απανωτών συμβάντων της σε βάρος σου χειροδικίας να εθιστείς και συμβιβαστείς με το πεπρωμένο σου. Εσύ τάχατε κυρίαρχε της εκλογικής απάτης του δευτερόλεπτου πρέπει να νοιώσεις ασήμαντος. Υποχείριο ανάπηρο μπροστά στην εξουσία του αφεντικού. Ατομικού και συλλογικού (κρατικού). Να χάσεις και το ύστατο απομεινάρι της αυτοεκτίμησης, αξιοπρέπειας και διεκδικητικής σου ικμάδας. Προσωπικά και το σπουδαιότερο ως τάξη απέναντι σε έναν αντίπαλο που φαντάζει πλέον απρόσβλητος. Ανίκητος. Αιώνιος. Με μια «οικτρά χρεωκοπημένη» και αναθεματισμένη μπολσεβίκικη παρένθεση απώλειας της παντοκρατορίας του. Με το απόλυτο λοιπόν δικαίωμα μέχρι και να σε καταχερίζει άγρια ο κάθε άξεστος εργοδότης. Με τη απολυταρχική δικαιοδοσία έλεγχου ζωής και θανάτου ακόμη μέσα στα εργοστάσια ή στα πολεμικά πεδία του εθνικισμού .

Ω καιροί, ω μουσική

Όπως έλεγε και ο πρόδρομος της διαλεκτικής Ηράκλειτος, έχει ο καιρός γυρίσματα. Για ορισμένους (τη συντριπτική πλειοψηφία) στις μέρες μας τραγικά και για άλλους χαρμόσυνα. Έτσι έπαψε ο εργάτης να ακτινοβολεί πλέον σαν σύμβολο τιμής και περηφάνιας. Και μαζί με την απώλεια της αυτοπεποίθησης του, τον λησμόνησε ο μέχρι χθες γεμάτος σεβασμού και θαυμασμού προς αυτόν λογοτέχνης, ποιητής, μελωδός του. Άραγε μπορεί να λειτουργήσει πια σαν πηγή έμπνευσης κάποιος, που δέχεται γονατισμένος απανωτά ραπίσματα; Πως ένας κινηματικά βουβός και συντρίμμι της παλιάς δύναμης του θα προκαλέσει τραγουδιστικό αντίλαλο;

Σταμάτησε ως εκ τούτου η χαρισματική πέννα να γράφει εργατικά τραγούδια. Εκείνη μάλιστα που ξεκίνησε πρωτόλεια και πρώιμα να ερεθίζεται δημιουργικά από τις πρώτες κινητοποιήσεις των τυπογράφων το 1826 στο Ναύπλιο! Ο Παλαμάς με τη σκόπιμα αποσιωπημένη (και κατανοητά αντιφατική) προοδευτική πλευρά του διαμαρτύρεται μέσα από τον τάφο του, γιατί κανένας σύγχρονος του δεν γράφει στις μέρες μας επίκαιρα ποιήματα όπως τα δικά του. Τον «σηκωμό του προλετάριου» και το 1910 το «το τραγούδι της εργατικής τάξης». Εμπλουτίζοντας τη σχετική λογοτεχνία με ανεκτίμητα αποσπάσματα σαν αυτά: «Κι από τα Έθνη και από Καίσαρες πιο απάνου/κι από το θέλημα όποιου λαοπλάνου,/ Σπάρτακε, εσένα η Νέμεση ανασταίνει». Άλλωστε δεν ήταν άστοχος ο σχολιασμός μέσω επιστολής του Ζαχαριάδη: «Ο Παλαμάς δε λιβανίζει, μα χτυπά αμείλιχτα τους κάθε λογής εκμεταλλευτές πατριδέμπορους και όλο το οικοδόμημα τους και δείχνει στο έθνος έναν καινούργιο δρόμο».

Στέρεψαν οι Τούντας και Ρούκουνας, όταν μέσα στα πέτρινα χρόνια του μεσοπόλεμου το 1932 βούρκωναν τα μάτια και φούσκωναν με καμάρι τα στήθια των εργατοτεχνιτών με το άκουσμα: «Αχ, αχ, είμαι εργάτης τιμημένος όπως όλη η εργατιά».

Ορφάνεψε από απογόνους ο Τσιτσάνης ανάμεσα σε μια πλειάδα αξέχαστων μουσικοσυνθετών όπως ο Βαμβακάρης, Μητσάκης, Μπαγιαντέρας, Καλδάρας, ο οποίος το 1950 συνέπαιρνε με τον θρυλικό ύμνο «φάμπρικες» και τον στίχο «γεια σου περήφανη και αθάνατη εργατιά» ερμηνευμένο με την αιθέρια φωνή της Νίνου. Διεισδυτική ίσαμε τα τρίσβαθα της ψυχής του ακροατηρίου των μεροκαματιάρηδων.

Αξιόλογη η συμβολή του ρεμπέτικου στην απότιση φόρου τιμής στους ανθρώπους του τίμιου πλην όμως και κατατρεγμένου μόχθου. Σε μια σκοτεινή, τραχιά περίοδο αντικομουνιστικού παροξυσμού (με προεξάρχοντα τον εθνάρχη τους Βενιζέλο και τα ιδιώνυμα) επέμενε να εκφράζει παραπονιάρικα μεν αλλά αυθεντικά , αυθόρμητα το θυμικό των από κάτω. Ενάντια στο ξύλινο και ξενόφερτο μουσικό ρεύμα του κατεστημένου και την μετέπειτα χυδαία και άκρατη εμπορευματοποίηση από τη σχετική βιομηχανία του είδους.

Γιατί τι άλλο παρά σφουγγάρι πράγματι ήταν το σε ένα βαθμό και στην αρχική του φάση περιθωριακό ρεμπέτικο; Ρουφούσε τον αχό του ξεριζωμού και τον καημό της άσπλαχνης εγκατάλειψης στα προσφυγικά παραπήγματα από τους χθεσινούς υποτιθέμενους απελευθερωτές. Και ένα απόσταγμα του σφουγγίσματος ήταν το κατηγορητήριο του Χατζηχρήστου το 1939: «Μαράθηκε η καρδούλα μου από την αδικία, παλιοζωή παλιόκοσμε και παλιοκοινωνία». Καθρέφτης συνάμα της σκεπασμένης με ένα αναγκαίο και ως επί το πλείστον ερωτικό μανδύα δειλής και απαγορευμένης από τη φασίζουσα έως απροκάλυπτα φασιστική λογοκρισία της όποιας καταγγελίας της κοινωνικής αδικίας.

Σαν ζυμωτήρι και αποστακτήρας λειτούργησε το ρεμπέτικο, το εργατικό, το αντιστασιακό και πολιτικοποιημένο τραγούδι. Μια μαγική μηχανή που από τη μια εγκόλπωνε όλα τα κακώς κείμενα. Τον σκληρό ξενιτεμό, τις προσφυγικές κακουχίες, την κατοχική συμφορά, την ιδιοποίηση του εργατικού ιδρώτα, τους ματωμένους αγώνες της απεργίας και διαδήλωσης, τους ελπιδοφόρους πόθους για μια γνήσια, πλήρη ανάσταση της ζωής εν τάφω των μαζών. Και από την πέρα άκρη της επεξεργασμένα με μαεστρία ανέβλυζαν χλιμιντρίζοντας ήχοι, λόγια και νότες πανδαισίας προξενώντας ρίγη στον φορτωμένο στερήσεις και διωγμούς κόσμο της βιοπάλης. Παρεμποδίζοντας συνάμα τον εφησυχασμό και συμβιβασμό. Αμέτρητη και πολύτιμη η σοδειά. Κανονικός χείμαρρος. Εξαιτίας της κεκτημένης ταχύτητας με την παραμικρή αφορμή και μη χάνοντας ευκαιρία ξεπηδούσε ένας ακουστικός θρίαμβος.

Ο θεϊκός Τσιτσάνης γεννά τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» θυμωμένος με τη θέα ενός παλικαριού εκτελεσμένου και πνιγμένου στο αίμα πάνω στο χιόνι από τους γερμανοναζί μια Κυριακή του 1943. Ο Ρίτσος οργισμένος με τη εν ψυχρώ δολοφονία του εικοσιπεντάχρονου Τούση τον Μάη του `36 στην πορεία των καπνεργατών στη Θεσσαλονίκη ξεκινά τον «Επιτάφιο». Ο Βίρβος μας προικοδοτεί με τη «Γερακίνα» όντας μέσα στο απομονωτήριο κατόπιν σύλληψης του για αναγραφή συνθημάτων υπέρ της κυβέρνησης του βουνού. Ο Καλδάρας αποθανατίζει στηλιτευτικά το ανελέητο κυνηγητό κομουνιστών θωρώντας με αγανάκτηση τις φυλακές Επταπυργίου με το λογοκριμένο και παραποιημένο «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι».

Από τον «χρυσό αιώνα» στην παρακμή

Στιχουργοί, συνθέτες, τραγουδιστές, όλοι μαζί ενταγμένοι στο πάνθεον των υμνητών της εργατικής τάξης εξαντλούν τις ικανότητες τους για το ποιος θα παινέψει πιο ζωηρά από τον άλλον και στα πλαίσια ευγενούς άμιλλας την προσφορά της. Ποιος θα κατακρίνει την καταφρόνια της. Θα διατρανώσει έμμετρα την πάλη της. Τέλος ποιος θα σκιαγραφήσει τα όνειρα της. Στον μεσοπόλεμο, στην εποποιία του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, στη μετεμφυλιακή καταχνιά, καταμεσής της χούντας και μεταπολιτευτικά. Και ο κατάλογος -απάνθισμα των δημιουργών μακρύς. Και συγκλονιστικός. Βάρναλης, Σεφέρης, Ελύτης. Θεοδωράκης, Μικρούτσικος, Λοΐζος, Μαρκόπουλος, Ρασούλης. Σαν ερμηνευτές οι Καζαντζίδης, Νταλάρας, Μπιθικώτσης, Ξυλούρης, Αλεξίου, Πάνου.

Τα δε αριστουργηματικά έργα τους πολυαριθμότερα. «Οικοδόμοι παλικάρια», «στην Αθήνα μες στο κέντρο φύτρωσε καινούριο δέντρο….», «θα σου δώσω μια να σπάσεις αχ βρε κόσμε γυάλινε….», «πάγωσ` η τσιμινιέρα….», «ο γέρο νέγκρο Τζιμ», «Φτωχολογιά για σένα κάθε μου τραγούδι…», «κλέφτρα ξενιτειά τα παλικάρια κλέβεις», «Γεια σου περήφανη εργατιά με τη μεγάλη σου καρδιά/ Λεβεντογέννα εργατιά ποτέ σου δεν πεθαίνεις….», «Μια καινούρια κοινωνία θε `να κτίσω και τη σάπια την παλιά να τη γκρεμίσω….», «Η φάμπρικα» (Χαλκιάς), « πάλης ξεκίνημα νέοι αγώνες οδηγοί της ελπίδας οι πρώτοι νεκροί…», «στις φάμπρικες της Γερμανίας», «ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία….», «….αν ξυπνήσεις μονομιάς θα `ρθει ανάποδα ο ντουνιάς…», «ηλεκτρικός Θησέας».

Μα αργότερα και εξελικτικά και πάντοτε σε σύζευξη με το ιδεολογικοπολιτικό και οργανωτικό επίπεδο των εργαζόμενων κατάντησε ελατήριο, που έδινε πρόσθετη ώθηση στους πιο σθεναρούς βηματισμούς των. Δικαιώνοντας την άποψη του αμφιλεγόμενου σοβιετικού μουσικοσυνθέτη Σοστακόβιτς που έλεγε πως «κάθε φορά που η ανθρωπότητα κάνει ένα βήμα προς τα μπρος, οι μουσικοί είναι στην πρώτη γραμμή ανάμεσα στους σημαιοφόρους». Έτσι ο βραχνιασμένος λυρικός αναστεναγμός και λυγμός, που αναζητώντας παρηγοριά έσμιγε με το θυμίαμα του ναργιλέ στα υπόγεια ρεμπετάδικα κουτούκια, μετουσιώθηκε σταδιακά σε κάτι πιο αποκρυσταλλωμένο, αισιόδοξο και στιβαρό. Η κινηματική ανάταση είχε και το τραγουδιστικό αντίκτυπο. Τη σκυτάλη τότε πήραν νέες ιερές μορφές ποιητών και μουσουργών. Ο καλλιτεχνικός χάρτης πλημμυρίζει όχι από φοβισμένες κατακραυγές μιας κοινωνίας δυνάστη, μα με φωνές όπως εκείνης της σαν καμπάνα θαρραλέας και όλο ορμή της Φαραντούρη με εκδηλωμένα πλέον άμεσα νοήματα.

Δίχως φυσικά και αυτονόητα να προσεγγίσουν τον πάνδημο και εξεγερσιακό χαρακτήρα, που είχαν τα γενναία αντάρτικα τραγούδια του ξεσηκωμού. Ούτε να αποκτήσουν το βάρος που κουβαλούσαν τα άσματα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, όταν ο λαός αγωνίζονταν ένοπλα για την αποτίναξη του γερμανικού και μετέπειτα αγγλοαμερικανικού ζυγού και την εγκαθίδρυση της λαοκρατίας.

Εκτός συνόρων τα ίδια

Βέβαια απαραίτητη είναι μια έστω φευγαλέα αναφορά και στη διεθνή διάσταση του ζητήματος. Εφόσον ανάλογη άνθιση του εγκωμιασμού της εργατιάς συντελέστηκε σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Συμπεριλαμβανομένης και της μητρόπολης της παγκόσμιας υποκουλτούρας, του σκοταδισμού (ο Δαρβίνος ακόμη ρίχνεται στην πυρά) και του ιμπεριαλισμού. Με έναν από τα φωτεινότερα δείγματα, τον προλετάριο και στρατευμένο καλλιτέχνη Τζο Χιλλ και τουφεκισμένο στα μπουντρούμια της Γιούτα. Στερνά του λόγια δε ήταν: «Πεθαίνω σαν αληθινός επαναστάτης. Μη χάσετε χρόνο σε θρήνους. Οργανωθείτε». Ανάμεσα στις εξαιρετικές παρακαταθήκες που κληροδότησε είναι τα δηλωτικά του προσανατολισμού τους: «Η επαναστάτρια», «Υπάρχει δύναμη στο σωματείο», «Εργάτες όλου του κόσμου ξυπνήστε». Κορυφαίοι επίσης τιμητές υπήρξαν ο κομουνιστής βαρύτονος Ρόμπινσον, η Τζόαν Μπαέζ και το μεγάλο ίνδαλμα ο Τζον Λένον. Με χαρακτηριστικότερο τραγούδι του το μηνυμένο από την αμερικανική αντίδραση εξαιτίας του επιθετικού περιεχόμενου του «Ήρωας της εργατικής τάξης» .

Ευτυχώς, τα πάντα ρει

Τώρα όμως οι «άντρες μ` ολοκάθαρη ματιά» δεν δοξολογούνται με άσματα. Αντίθετα χλευάζονται και προπηλακίζονται. Το μετέωρο, ασταθές στρώμα των διανοούμενων δικαιολογημένα (μέχρι ορισμένου σημείου) έστρεψε την πλάτη του στο πιο δυναμικό και ριζοσπαστικό κομμάτι της κοινωνίας. Αντάμα και οι επίσης δεινοπαθούντες υποψήφιοι σύμμαχοι, η αγροτιά και ο μικροαστός. Ο ίδιος ο μπροστάρης του το πρόδωσε. Η ρεφορμιστική αριστερά και αχρείος εξωμότης υποκλίθηκε στον αντίπαλο και κατάντησε χαλινάρι στη μύτη του. Τα λυτρωτικά κομουνιστικά ιδανικά του ξεθώριασαν και καταλασπώθηκαν. Η πυγμή της οργάνωσης του εκφυλίστηκε. Οι κατακτήσεις του φυλλορροούν στο καταχείμωνο της αδυσώπητης εκστρατείας του κεφαλαίου. Οι γροθιές και η καταρράκωση του είναι μοιραίο επακόλουθο πια.

Η κατάσταση έτσι δυσάρεστα είναι. Ήταν όμως έτσι πάντοτε; Το σημαντικότερο, έτσι θα μείνει στο διηνεκές; Ο τροχός της ιστορίας αμετακίνητα, οριστικά κόλλησε στον βόθρο της καπιταλιστικής σαπίλας; ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ ΚΑΙ ΟΧΙ. Και αυτό μάλιστα που εσύ εργάτη σήμερα αγνοείς, το κατέχουν άριστα και τρέμουν σύγκορμα οι τύραννοι σου. Επειδή έχουν επίγνωση της ατσαλένιας δύναμης σου και της πιθανότητας αφύπνισης σου. Για αυτό άλλωστε και παρά το τσάκισμα σου φορτώνουν τη φαρέτρα τους με ότι πιο αυταρχικό και αντιδημοκρατικό διαθέτουν ενάντια σου. Ναι, αυτοί οι ελάχιστοι.

Το ατίθασο άτι της κοινωνικής εξέλιξης παρόλο ετούτο δεν χαλιναγωγείται. Μένει στάσιμο , στον μεσαίωνα δε για πολλές εκατονταετίες. Οπισθοχωρεί και κουτσαίνεται κιόλας. Αλλά είναι υποχρεωμένο να κουβαλάει στη ράχη του την ποτέ ακοπίαστη και καθοδηγούμενη από αυτόματο πιλότο νομοτέλεια και να αντικρίζει ένας ορίζοντα, όπου θα ηχούν ασταμάτητα σήμαντρα κομουνιστικά. Της ισότητας δηλαδή.

Η προοπτική

Κουράγιο λοιπόν. Αναντράνισε. Μην ανησυχείς. Όσο και να σε εξαθλιώνουν και μαστιγώνουν , όσο και αν πασχίζουν να σε εξουθενώσουν, αδυνατούν να σε αφανίσουν ολοκληρωτικά. Να αυτοχειριαστούν επομένως. Μιας και είσαι ο αποκλειστικός τροφοδότης του πλουτισμού τους. Το μοναδικό μέσον που συντηρούν τα ανάκτορα και τις θαλαμηγούς τους. Εσύ σαν παραγωγός των πάντων μπορείς να πορευτείς και μεγαλουργήσεις χωρίς δαύτους. Αυτοί ούτε δευτερόλεπτο επιβιώνουν, αν δεν απομυζούν με ακόρεστη βουλιμία το αίμα του νεκροθάφτη τους. Εσαεί λοιπόν επιδιώκουν υστερόβουλα και συμφεροντολογικά να υφίσταται η φάρα σου και να μην εκλείψει. Τουναντίον σε εσένα μονάχα ανήκει η δυσκολότερη και συναρπαστικότερη αποστολή της ανθρωπότητας. Η κήδευση του εαυτού σου μετά των αλλοφύλων. Να καταργήσεις την ανθρώπινη εκμετάλλευση. Να σβήσεις αμετάκλητα τις ταξικές διακρίσεις. Να απαρνηθείς και χάσεις ότι σου προσφέρουν αφειδώλευτα. Την ανέχεια και τα μαρτύρια σου. Τη φρίκη των πολέμων τους.

Αναλογίσου. Το παλιρροιακό κύμα ενός ολάκερου ωκεανού και σαν η ολέθρια νηνεμία προφανώς πάψει, δεν μπορεί να αναχαιτιστεί με ένα αμυδρό φύσημα ενός αποπνικτικού αγέρα. Έτσι στη μανιασμένη και αδιάκοπη σύγκρουση των εκατομμυρίων και δισεκατομμυρίων καταπιεζόμενων με τη απεχθή χούφτα των εκμεταλλευτικών παράσιτων , νικητής θα αναδειχτεί η αριθμητική υπεροχή και πρώτιστα η ποιότητα του καλού.

Και να το θυμηθείς εργάτη. Θα είσαι ο πιο πελώριος τελετάρχης. Θα πρωτοστατήσεις στην μαζικότερη κηδεία της ιστορίας. Τη μόνη μη μακάβρια. Η οποία θα είναι όμως και η μεγαλύτερη μυσταγωγία της. Η πιο μεθυστική γιορτή της. Ένα ατελεύτητο πανηγύρι προκοπής , γαλήνης, συντροφικότητας και ευδαιμονίας.

Τότε θα συνωστίζονται ξανά στην εξέδρα της κοσμογονίας , αλλά και σε όλη την προηγούμενη ίσως μακρινή, μάλλον πολυκύμαντη αλλά σίγουρα επίπονη προετοιμασία της τελετής οι βάρδοι σου. Αναλαμβάνοντας με ενθουσιασμό την μουσική υπόκρουση της.

Αυτοί οι εχθροί κρατούν στα χέρια τους το ζοφερό μέλλον σου. Εσύ στα δικά σου, την χαραυγή του ωραίου και αληθινού.

ΥΓ. Γραφτό ενός μικροαστού ο οποίος και αυτός ενστερνίζεται τον πρωτοπόρο ρόλο και το ανατρεπτικό καθήκον της εργατικής τάξης.

Κ.Μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: