Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εργατική Πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εργατική Πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11 Ιουλίου 2025

Το εργατικό κίνημα χρειάζεται οργάνωση και πολιτική στάση, όχι απολιτικά τσιτάτα (Με αφορμή το πανό του ΠΑΜΕ στο υπουργείο Εργασίας)

0

Με παράσταση διαμαρτυρίας στις 12 το μεσημέρι μέρα Παρασκευή κινήθηκε το ΠΑΜΕ μπροστά στο νέο νομοσχέδιο που σκοπεύει να ψηφίσει η κυβέρνηση. Πέρα από το γεγονός ότι η κίνηση αυτή απευθυνόταν σε συνδικαλιστικά στελέχη, μιας και δεν μπήκε κάποια απεργία ή στάση εργασίας από τα δεκάδες σωματεία που ελέγχει το ΠΑΜΕ, αυτό που τράβηξε το μάτι ήταν το πανό που κρεμάστηκε στη συγκέντρωση: Οι εργαζόμενοι δεν είναι τα γίδια του ΟΠΕΚΕΠΕ, Είμαστε άνθρωποι όχι μηχανές, 13 να είναι οι ώρες σας. 

Με τέτοια συνθηματολογία, με αγκιτάτσιες του συρμού και ποντάροντας στη σκανδαλολογία των ημερών επιλέγουν οι συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ να απαντήσουν στο νέο αντεργατικό νομοσχέδιο. Σίγουρα η λογική αυτή δεν είναι καινούργια, αλλά κάθε φορά γίνεται ακόμα και πιο προβληματική και επικίνδυνη για το εργατικό κίνημα. Μπροστά σε τέτοιου μεγέθους επίθεση, αυτό που είναι αναγκαίο για να απαντηθεί από το εργατικό κίνημα είναι οι μαζικές διαδικασίες και η πολιτική συζήτηση στα σωματεία, για να μπορέσουν οι εργαζόμενοι να κατοχυρώσουν τοποθέτηση και στάση απέναντι στον νέο νόμο. Σε αυτό που ποντάρει, όμως, το ΠΑΜΕ και το ΚΚΕ (υπήρχαν και βουλευτές του στη συγκέντρωση) είναι ένα παιχνίδι εντυπώσεων και αναπαραγωγής της λογικής της ανάθεσης και της «αγωνιστικής» φασαρίας, χωρίς κανένα αντίκτυπο και ως εκεί. Είναι μια ακτιβίστικη λογική, που προκρίνει την εικόνα απέναντι στην ουσιαστική συγκρότηση των εργαζομένων. 

Είπαμε, δεν είναι καινούργια αυτή η λογική, την αναπαράγουν χρόνια οι συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ, για να γίνουν πιο «προσιτοί» και να κερδίσουν το ενδιαφέρον των εργαζομένων. Είναι μια λογική μιμητισμού του συστήματος και των πολιτικών του δυνάμεων. Αποκορύφωμα αυτής της αντίληψης είναι η διαρκής υποχώρηση της πολιτικής τοποθέτησης και ουσίας στα σωματεία και τους εργαζόμενους. Αυτό βολεύει τους συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ, οι οποίοι επιμένουν χρόνια τώρα, ενώ οι αντεργατικοί νόμοι περνάνε σωρηδόν, να μιλάνε για αντεπίθεση, για το εργατικό κίνημα που είναι σε φάση συγκρότησης κ.ά. 

Γιατί εκεί που ποντάρει το ΠΑΜΕ δεν είναι στη συγκρότηση εργατικού κινήματος το οποίο θα ανατρέπει νόμους. Άλλωστε, αυτό δεν είναι και στις κατευθύνσεις του. Εκεί που ποντάρουν οι ρεφορμιστές του ΠΑΜΕ είναι στην ανάπτυξη ενός εκλογικού μηχανισμού στα σωματεία, τις ομοσπονδίες και τα συνδικαλιστικά όργανα, για να μπορεί να είναι σε καλύτερη θέση συνεννόησης με το σύστημα. «Εδώ υπάρχει ΠΑΜΕ δεν είναι Ιρλανδία, την κρίση να πληρώσει η ολιγαρχία» έλεγαν πριν 15 χρόνια μπροστά στο πάγωμα μισθών στην Ιρλανδία. Παρόλα αυτά, πέρασαν τα μνημόνια και μια σειρά αντεργατικοί νόμοι και το ΠΑΜΕ, από τότε έως τώρα, ήταν και είναι ο θιασώτης του αιτήματος «ο νόμος να μείνει στα χαρτιά», που πριονίζει τα πόδια του εργατικού κινήματος. Ένα είναι σίγουρο, ότι όσο αυτή η λογική κυριαρχεί στο εργατικό κίνημα, οι εργαζόμενοι θα μένουν στο περιθώριο και δεν θα παίρνουν την υπόθεση της πάλης στα χέρια τους. Ο νέος νόμος θέλει συνελεύσεις στα σωματεία, εργατικές κινητοποιήσεις παρατεταμένες και να πειστούν οι εργαζόμενοι ότι μόνο μέσα από τη μαζική κίνησή τους μπορεί η επίθεση να μπλοκαριστεί. Όλα τα άλλα είναι άπλα για το θεαθήναι. 

Δημήτρης Γαγγάδης μέλος Ταξικής Πορείας

https://taxikiporeia.blogspot.com/ 

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

14 Μαρτίου 2025

«Να αποδοθεί Δικαιοσύνη!»

0

Οι ασύλληπτης μαζικότητας απεργιακές κινητοποιήσεις σε όλη τη χώρα στις 28 Φλεβάρη ταρακούνησαν το πολιτικό σύστημα και τις δυνάμεις που το στηρίζουν. Αυτές οι διαδηλώσεις, η προηγούμενη στις 26 Γενάρη και οι επόμενες διέψευσαν όλους αυτούς (ακόμα και αριστερούς), που έβλεπαν το λαό «βολεμένο», δεν «κατέβαινε σε συγκεντρώσεις», και τον λοιδορούσαν επειδή «ψήφισε  και έβγαλε» κυβέρνηση τη ΝΔ, ή άλλοι του κουνούσαν το δάκτυλο λέγοντας ότι «εμείς σας είχαμε προειδοποιήσει». Ο λαός όμως δεν έχει ανάγκη τις «προειδοποιήσεις». Χρειάζεται να ξανα-εμπιστευτεί το μαζικό οργανωμένο αγώνα, που θα βάλει στόχο να ανατρέψει την πολιτική της φτώχειας, του εργασιακού μεσαίωνα, της καταστολής και του πολέμου. Σ’ αυτό το ζήτημα κρίνεται η συμβολή της κάθε οργανωμένης πολιτικής δύναμης, της κάθε οργάνωσης που αναφέρεται στο κίνημα. 

Ένα σύνθημα κυριάρχησε και πλανάται πάνω από τις διαδηλώσεις. ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ.

Τι πιο ανθρώπινο να θέτουν οι συγγενείς το ζήτημα να τιμωρηθούν οι ένοχοι, όσο ψηλά κι αν βρίσκονται; Και ο αγώνας τους έχει αναδείξει αρκετά από τα πραγματικά αίτια αυτού του εγκλήματος. Η διαχρονική πολιτική του συστήματος και των κυβερνήσεων του υπονομεύει την ασφάλεια των σιδηροδρόμων και όλων των ΜΜΜ αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις στην ανθρώπινη ζωή. Μια υπονόμευση που εδράζεται στη μεγιστοποιήση των κερδών του ντόπιου και ξένου κεφαλαίου και ενισχύεται από την εντατικοποίηση των όρων δουλειάς των εργαζομένων. Είναι οι ίδιες πολιτικές που δολοφονούν και σακατεύουν κάθε χρόνο δεκάδες εργαζόμενους στους χώρους δουλειάς.

Γι αυτό όταν η κυβέρνηση λέει «όχι άλλα Τέμπη», θέλει να συγκαλύψει αυτήν την πολιτική που θα συνεχίσει να υπηρετεί. Τη μεγιστοποίηση των κερδών για το ξένο και ντόπιο κεφάλαιο. Το ξεζούμισμα των εργαζομένων, την καταστολή ενάντια σε όποιους αγωνίζονται. Να αποκρύψει τα πραγματικά αίτια που είναι το αδηφάγο σύστημα της εκμετάλλευσης και καταπίεσης που υπηρετεί. Αυτή η πολιτική δεν ανατρέπεται στο κοινοβούλιο με προτάσεις νόμου. Ούτε βέβαια ανατρέπεται με προτάσεις δυσπιστίας (ΠΑΣΟΚ- ΣΥΡΙΖΑ- Ν.Α-Πλ. Ελευθερίας) ή ερευνητικές επιτροπές ή προανακριτικές (ΚΚΕ κλπ). Αυτές οι πρακτικές αποπροσανατολίζουν το λαό για το ρόλο του κοινοβουλίου και εγκλωβίζουν την πάλη του στους κοινοβουλευτικούς διαπληκτισμούς. Όποιο εργασιακό, δημοκρατικό δικαίωμα έχει κατακτηθεί διαχρονικά, έχει κατακτηθεί μέσα από απεργιακούς, μαζικούς και πολλές φορές αιματηρούς αγώνες. Οι αστικές κυβερνήσεις αναγκάζονται να παραχωρούν ή και να νομοθετούν κάποια δικαιώματα, όταν απέναντι τους βρίσκουν το λαό οργανωμένο και αποφασισμένο. Τα οποία παίρνουν πίσω, όταν η πλάστιγγα της ταξικής πάλης γείρει υπέρ τους.

Πως όμως μπορεί να επέλθει δικαιοσύνη για το έγκλημα των Τεμπών και από ποιους;

Κατ’ αρχή να θέσω κάποιες σταθερές.

Το κράτος είναι όργανο κυριαρχίας της αστικής τάξης πάνω στην εργατική τάξη και το λαό. Δεν είναι ουδέτερο. Οι θεσμοί και οι μηχανισμοί του κράτους (στρατός, σώματα ασφαλείας, δικαστήρια, εκπαίδευση κλπ) είναι μηχανισμοί επιβολής της κυριαρχίας της άρχουσας τάξης πάνω στην εργατική τάξη και το λαό. Επιπλέον, το ελληνικό κράτος, με βάση την εξάρτηση της χώρας (οικονομική, πολιτική, στρατιωτική) και επειδή στηρίχτηκε στα πιο αντιδραστικά στοιχεία μετά την ήττα του ΔΣΕ,  είναι ένα κράτος ρουσφετολογικό και του άρπα-κόλλα, αφού η άρχουσα τάξη δεν μπορεί να προγραμματίσει μακροπρόθεσμα, ούτε την οικονομία ούτε την παραγωγή. Τα δικαστήρια και οι μηχανισμοί του ποτέ δεν ήταν ανεξάρτητα.

Πρώτα απ’ όλα τα δικαστήρια λειτουργούν και αποφασίζουν με βάση τους αντιλαϊκούς νόμους που έχουν ψηφίσει οι κυβερνήσεις και τον ταξικό-πολιτικό συσχετισμό. Ας θυμηθούμε πόσες απεργίες έχουν βγει παράνομες και καταχρηστικές. Πρόσφατα έβγαλαν παράνομη την απεργία των σιδηροδρομικών που ζητούσε μέτρα ασφάλειας. Τα δικαστήρια συνεδριάζουν, εν ριπή οφθαλμού, όταν ζητήσει κάποιος υπουργός ή εργοδότης να βγει παράνομη μια κινητοποίηση. Να θυμηθούμε πως αντιμετώπισαν την υπόθεση «εμπόριο ναρκωτικών» NOOR1 και πως αντιμετωπίζουν έναν απλό χρήστη.

Το πόσο γρήγορα αποφυλακίζονται οι δολοφόνοι του Τεμπονέρα, του Αλέξη Γρηγορόπουλου, το πώς απαλλάσσονται οι ματατζήδες και ασφαλίτες από τα βασανιστήρια και τους τραυματισμούς διαδηλωτών. Το πως το Συμβούλιο Επικρατείας έχει βγάλει «συνταγματικούς» όλους τους αντιλαϊκούς και αντεργατικούς νόμους (νόμος για τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια). Επίσης δεν πρέπει να καλλιεργείται αυταπάτη πολύ περισσότερο για τα Ευρωπαϊκά δικαστήρια. Είναι η Ε.Ε που έχει επιβάλλει όλους αυτούς τους αντιλαϊκούς νόμους, τις ιδιωτικοποιήσεις, τις εκποιήσεις του πλούτου που έχει παράξει ο λαός μας, τους αντεργατικούς νόμους κλπ.

Είναι γεγονός ότι τα δικαστήρια κάποιες φορές έχουν πάρει αποφάσεις υπέρ εργαζομένων απεργών, ή διαδηλωτών κάτω από την πίεση μαζικών λαϊκών κινητοποιήσεων (π.χ αθώωση διαδηλωτών σε  Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Γιάννενα που συνελήφθηκαν τον καιρό της πανδημίας επειδή διαδήλωσαν ή η απόφαση για επαναπρόσληψη των απολυμένων από τα λιπάσματα Καβάλας μετά από 9 χρόνια!!).

Όταν όμως ο Μητσοτάκης βάζει το ζήτημα να μην αμφισβητείται η δικαιοσύνη και ο Κουτσούμπας δηλώνει  «Καμιά συγκάλυψη, εδώ και τώρα να πάει το μαχαίρι στο κόκαλο, να αποκαλυφθούν όλες οι πολιτικές και ποινικές ευθύνες για τη τραγωδία» συγκαλύπτει το ρόλο της αστικής δικαιοσύνης και προσανατολίζει τον αγώνα στα αστικά πλαίσια. Μπορεί το «να φτάσει το μαχαίρι στο κόκαλο» να συγκροτήσει κίνημα, όταν δεν υπάρχουν οι όροι για μια κοινωνία με το λαό στην εξουσία;  Ή μήπως η πρόταση τους για την ηγεσία της δικαιοσύνης (16-12-2018): «εκλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης από ένα ευρύτερο εκλεκτορικό σώμα, ανάδειξη με κλήρωση των μελών των ανώτατων συμβουλίων, κατάργηση της στρατιωτικής δικαιοσύνης κλπ» απεγκλωβίζουν το λαό από τα αστικά αφηγήματα περί «κράτος δικαίου»; Τελικά αυτά τα δικαστήρια θα λειτουργούν ανεξάρτητα από την πολιτική ηγεσία και τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης που υπηρετεί; Οι βερμπαλισμοί και τα μεγάλα λόγια δεν συγκροτούν κίνημα, αλλά ενισχύουν τις λογικές της ανάθεσης και της αναμονής για τις επόμενες εκλογές για να «τους τιμωρήσουμε».

Αξίζει να αναφερθούμε στο περίφημο 1989, που στο όνομα της «κάθαρσης του πολιτικού συστήματος από τα σκάνδαλα» έγινε η συγκυβέρνηση ΝΔ, με Συνασπισμό της Αριστεράς (ΚΚΕ, ΕΑΡ) που εξωράϊσε το αστικό κοινοβούλιο και την αστική δικαιοσύνη. Η τότε δικαιολογία ήταν πως «είναι η μόνη δυνατή λύση για να προωθήσει..την πολιτική κάθαρση, τη δημοκρατική λειτουργία των θεσμών, την περιστολή της κομματικοποίησης (στο Δημόσιο) και την κρατική καταστολή» ΠΓ ΚΚΕ (4-7-1989) και για να παραπεμφθεί ο Αν. Παπανδρέου στο ειδικό δικαστήριο για το σκάνδαλο Κοσκωτά. Το σύστημα έμεινε αλώβητο, η ΝΔ βγήκε δυναμωμένη, με το «παράσημο» της πολιτικής δύναμης της κάθαρσης, έγινε αυτοδύναμη κυβέρνηση και το 1990 είναι η χρονιά που υπέγραψε τη νέα συμφωνία για τις βάσεις, ενώ στελέχη της δολοφόνησαν τον εκπαιδευτικό αγωνιστή Νίκο Τεμπονέρα που υπερασπίστηκε τις μαθητικές κινητοποιήσεις. Και βέβαια το ΠΑΣΟΚ σαν κόμμα του συστήματος δεν «χάθηκε».

Όταν λοιπόν τίθεται το να «τιμωρηθούν οι ένοχοι» πρέπει, όσοι παρεμβαίνουν στο κίνημα να αποκαλύπτουν το όριο που υπάρχει από την μη ανεξάρτητη και μη τυφλή αστική δικαιοσύνη. Οι λαοθάλασσες που πλημμύρισαν τη χώρα πιέζουν και πιθανόν να «καούν» και κάποια πολιτικά πρόσωπα και υψηλά ιστάμενα. Δεν θα είναι πρωτόγνωρο.

Το σίγουρο όμως είναι ότι η  βάρβαρη πολιτική του συστήματος που μας αντιμετωπίζει σαν αναλώσιμους δεν ανατρέπεται από τα αστικά δικαστήρια και θα συνεχίσει να γεννά ΤΕΜΠΗ, όπως σε όλο τον πλανήτη που κυριαρχεί το καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό σύστημα. 

Απέναντι σ’ αυτήν την πραγματικότητα, για να μπει φρένο στην επίθεση του συστήματος, σε όλα τα επίπεδα της ζωής μας, απαιτείται αποφασιστικός μαζικός οργανωμένος αγώνας, χωρίς αυταπάτες για εναλλακτικές κυβερνητικές λύσεις. Έχει αποδειχθεί ολέθριο για το κίνημα να περιμένει την κυβερνητική εναλλαγή, αφού αυτή η αναμονή έχει αποτελέσει εργαλείο για το σταμάτημα των αγώνων. Έτσι έκλεισε η απεργία των καθηγητών το 2013, όταν είχαν απολυθεί 2000 εκπαιδευτικοί ειδικοτήτων, με ευθύνη της παράταξης του ΣΥΡΙΖΑ, αφού πλησίαζε η εκλογική νίκη του, αλλά και του ΚΚΕ που δεν ψήφιζε στις συνελεύσεις τις επαναλαμβανόμενες απεργίες. Να θυμηθούμε πως σταμάτησαν οι κινητοποιήσεις για τα Τέμπη επειδή προκηρύχτηκαν εκλογές το 2023. Να μην συμβάλλουμε στο να ξοδευτεί η οργή και η διάθεση για αγώνα σε ανώδυνα μονοπάτια, επιλογής του «μικρότερου κακού».

Πολύς λόγος γίνεται για την κατάργηση του άρθρου 86 του συντάγματος, περί ευθύνης υπουργών. Μάλιστα ο Κουτσούμπας στην Βουλή (7-3-25) ήταν αποκαλυπτικός:

«Καταργήστε το άθλιο και απαράδεκτο άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών, μπας και αξιολογηθεί κανένας υπουργός και πρωθυπουργός από τη δικαιοσύνη, όπως κάθε απλός πολίτης». Νομίζουμε δεν χρειάζεται κανένα παραπάνω επιχείρημα που να αποδεικνύει ότι η λογική του είναι στην κατεύθυνση εγκλωβισμού του λαού στα μονοπάτια της αστικής δικαιοσύνης και της «διόρθωσης» των θεσμών αυτού του εγκληματικού συστήματος. Εξ άλλου, ο Μητσοτάκης στη Βουλή αναφέρθηκε και στην τροποποίηση και αυτού του άρθρου και του άρθρου για την εκλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης.      Μα, να μην καταργηθεί το άρθρο 86; Αν η κυβέρνηση αναγκαστεί να κάνει κάποιες αστικές αναθεωρήσεις του συντάγματος που ισχύουν σε άλλες χώρες, το κάνει για να ρίξει στάχτη στα μάτια του κόσμου για να συνεχίσει την πολιτική που θυσιάζει τις ζωές μας στο βωμό του κέρδους του ντόπιου και ξένου κεφαλαίου. Δεν είναι τυχαίο που ο Μητσοτάκης το συνέδεσε και με την αναθεώρηση του άρθρου 16 και της κατάργησης της μονιμότητας στο Δημόσιο. Αυτή την επιδίωξη της κυβέρνησης ενισχύουν όσοι κεντράρουν σ’ αυτά τα ζητήματα.

Ναι αλλά, αν «κρατικοποιηθούν ή εθνικοποιηθούν οι σιδηρόδρομοι και τα ΜΜΜ» όπως ζητάνε οργανώσεις της αριστεράς εντός και εκτός Βουλής, δεν θα είναι πιο ασφαλή;

Κατ’ αρχήν είμαστε ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις γιατί α) ξεπουλιέται ο πλούτος που έχει παράξει ο λαός και β) καταστρατηγούνται τα εργασιακά δικαιώματα των εργαζομένων. Είναι όρος των αγοραστών-επενδυτών γιατί θέλουν εργαζόμενους-σκλάβους.

Το αίτημα για κρατικοποιήσεις σχετίζεται με την άποψη ότι το αστικό κράτος, σαν μηχανισμός, είναι ουδέτερο και μπορεί να αλλάξει από τα μέσα και να μεταλλαχτεί σε εκφραστή των συμφερόντων του λαού και να αναλάβει τις υποδομές και άλλες παραγωγικές δυνάμεις. Είναι γεγονός, ότι η κυβέρνηση της ΝΔ (Κ. Καραμανλή) τη δεκαετία του 1970 κρατικοποίησε ιδιωτικές επιχειρήσεις (Ολυμπιακή κλπ)  και η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ (Α. Παπανδρέου) γιατί έτσι εξυπηρετούσε το κεφάλαιο και την αστική τάξη συνολικά. Αυτό όμως δεν άλλαξε τη φύση του κράτους που παρέμεινε αστικό και αντιλαϊκό. Όσο για την ασφάλεια αρκεί να δούμε τα ατυχήματα στα σχολεία από την έλλειψη  συντήρησης, τη λειτουργία των νοσοκομείων κλπ.

Ένα άλλο επιχείρημα για το αίτημα της κρατικοποίησης είναι ότι οι εργαζόμενοι θα έχουν καλύτερες συνθήκες εργασίας και αμοιβές. Ότι θα έχουν ελεύθερο συνδικαλισμό κλπ. Όλα όμως τα δικαιώματα που είχαν οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν τα είχαν γιατί ήταν δημόσιοι. Τα δικαιώματα ήταν και είναι ζητήματα πάλης. Να θυμίσουμε: α) την πλ. Κλαυθμώνος που μαζεύονταν οι δημόσιοι υπάλληλοι και έκλαιγαν γιατί τους απέλυε κάθε καινούρια κυβέρνηση. β) Το δικαίωμα στην απεργία των δ.υπαλλήλων κατοχυρώθηκε στο σύνταγμα του 1974. Δικαίωμα μονιμότητας είχαν και οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα αφού ήταν πολύ δύσκολο να τους απολύσει ο εργοδότης. Σήμερα βέβαια που ο ταξικός συσχετισμός είναι αρνητικός η κυβέρνηση έχει ψηφίσει νόμους που απελευθερώνουν τις απολύσεις, επιβάλλει 13ώρη εργασία, βγάζει σε αργία απεργούς εκπαιδευτικούς και διακηρύττει την απόφαση της να άρει την μονιμότητα στο δημόσιο. Επομένως, οι όροι της καθημερινότητας και στην εργασία είναι ζητήματα πάλης. Καμιά αυταπάτη για το ρόλο του κράτους. Τα αιτήματα αυτά δημιουργούν εφησυχασμό και οδηγούν σε αντιλήψεις επικίνδυνες για το κίνημα. Αυτές, της αναμονής των επόμενων εκλογών και της ανάθεσης. Δεν λείπουν οι ιδέες και η τεχνογνωσία από την άρχουσα τάξη και τις κυβερνήσεις της. Περισσεύει η ασυδοσία και η αδιαφορία για τις συνθήκες ζωής του λαού και για την ίδια του τη ζωή, γιατί παίζει χωρίς αντίπαλο.

Αυτόν τον αντίπαλο, δηλαδή το οργανωμένο μαζικό κίνημα που θα παλεύει για την ανατροπή αυτής της βάρβαρης πολιτικής, χρειάζεται οι δυνάμεις που αναφέρονται στο κίνημα, να συμβάλλουν στην οικοδόμηση του.

Μέσα από γενικές συνελεύσεις σε χώρους δουλειάς, σπουδών, στις γειτονιές να παρθούν αποφάσεις  για συνέχιση του αγώνα, για την ανατροπή της πολιτικής που μας δολοφονεί και εξαθλιώνει τις ζωές μας με τη φτώχεια και τον εργασιακό μεσαίωνα. Για συλλογικές συμβάσεις εργασίας με πραγματικές αυξήσεις στους μισθούς, ενάντια στην εντατικοποίηση στους χώρους δουλειάς και ασφαλή μέτρα προστασίας. Για ασφαλείς και φθηνές μεταφορές. Για το δικαίωμα στη δωρεάν και πλήρη περίθαλψη. Ενάντια στις διαγραφές στα Πανεπιστήμια, στους νέους ταξικούς φραγμούς σε όλη τη Δημόσια εκπαίδευση. Να ορθώσουμε τη μαζική οργανωμένη πάλη ενάντια στην κρατική βία και τρομοκρατία και τις απολύσεις. Να υπερασπιστούμε τη ζωή μας και το μέλλον της νέας γενιάς ενάντια στους πολέμους των ιμπεριαλιστών. Πάνω σ’ αυτούς τους στόχους χρειάζεται να οικοδομήσουμε την πάλη μας. 

Χανιά, 12-3-2025 Γεωργία Θάνου,
μέλος της Πρωτοβουλίας Αντίστασης

https://protovouliantistasis.blogspot.com/ 

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

17 Μαΐου 2021

Αίτημα του ΝΑΡ για 6ωρο-30ωρο: Δήθεν «επιθετική» απογείωση με ρεφορμιστικό περιεχόμενο

0

Το τελευταίο διάστημα οι δυνάμεις του ΝΑΡ στο συνδικαλιστικό κίνημα εμφανίζονται με τη νέα τους εφεύρεση, το αίτημα για «6ωρο-5νθήμερο-30ωρο». Πρόκειται για ένα αίτημα που αποπροσανατολίζει τους αγωνιστές του εργατικού κινήματος από τους βασικούς στόχους πάλης της περιόδου, δηλαδή την ανατροπή του αντεργατικού νομοσχεδίου, και την υπεράσπιση και διεκδίκηση του 5νθημερου-8ωρου.

Η θέση αυτή του ΝΑΡ πηγάζει από τη λαθεμένη ανάλυση για ανάγκη «επιθετικών αιτημάτων» και την άποψη για τη ματαιότητα της «φτωχής αμυντικής αντίστασης». Εμείς από τη μεριά μας δεν βλέπουμε τίποτα το «επιθετικό» στο να προτείνει κανείς ένα αίτημα απογειωμένο από την πραγματικότητα και τους συσχετισμούς στους χώρους δουλειάς. Με την ίδια λογική, αναρωτιόμαστε αν πιο «επιθετικό» θα ήτανε το 5ωρο-4ημέρο και πάει λέγοντας. Με ποιο κριτήριο διαλέγουμε τα αιτήματα για το εργατικό κίνημα;

Για εμάς, πρωταρχικό κριτήριο για ένα αίτημα είναι αν μπορεί να παλευτεί από τους εργαζόμενους. Αλλιώς δεν πρόκειται για πραγματικό αίτημα. Ας θυμηθούν οι σύντροφοι του ΝΑΡ το αίτημα για 1.450 ευρώ βασικό μισθό, το μισθό «των κοινωνικών αναγκών». Σήμερα πόσο κοστολογεί το ΝΑΡ τις εργατικές ανάγκες και τι μισθό βάζει για αίτημα; Μήπως ο συσχετισμός που διαμορφώθηκε μετά τα μνημόνια εξαΰλωσε το αίτημα; Αυτή τη στιγμή, κεντρικό σημείο του νόμου αποτελεί η διάλυση του 5νθήμερου-8ωρου, που, παρ’ όλο που έχει τρωθεί και καταπατιέται σε πολλούς κλάδους, αποτελεί (ειδικά για τη βιομηχανία) τον βασικό κατοχυρωμένο τρόπο υπολογισμού του εργάσιμου χρόνου. Πάνω σ’ αυτή τη βάση, οι εργαζόμενοι ακόμα και σε αυτούς τους κλάδους είναι εφικτό να κινητοποιηθούν για υπερασπιστούν το 8ωρο και τις κατακτήσεις που συνδέονται μ’ αυτό.

Μεγαλύτερο όμως πρόβλημα αποτελεί κατά τη γνώμη μας η αιτιολόγηση του αιτήματος από την πλευρά της καθοδήγησης του ΝΑΡ: οι αυξημένες τεχνολογικές δυνατότητες της ανθρωπότητας. Οι τεχνολογικές δυνατότητες δεν έχουνε σε τίποτα να κάνουνε με τη διεκδίκηση του ελεύθερου χρόνου. Το βασικό στοιχείο που καθορίζει αυτή τη διεκδίκηση είναι ο βαθμός πολιτικής συγκρότησης της εργατικής τάξης. Η αταξική αντίληψη του ΝΑΡ για το χαρακτήρα της επιστήμης και της τεχνολογίας προσπερνάει ότι, όσο η τεχνολογία δεν βρίσκεται στα χέρια της εργατικής τάξης, κάτι που μπορεί να γίνει μόνο στο σοσιαλισμό, στην πραγματικότητα χρησιμοποιείται για την εντατικοποίηση της εργασίας και την αύξηση της καταστολής.

Γράφει ο Π. Μαυροειδής σε άρθρο του στο ΠΡΙΝ: «το σταθερό για όλους μειωμένο ωράριο, δημιουργεί θέσεις εργασίας, αλλά και δίνει τη δυνατότητα να μην υπάρχουν part time δουλειές. Η μείωση της διάρκειας της εργάσιμης μέρας σε ώρες ή/και των εργάσιμων ημερών της βδομάδας, πηγαίνει μαζί με τον αγώνα για δουλειά για όλους, με όλα τα δικαιώματα, χωρίς μείωση αλλά αύξηση αποδοχών.»

Στον καπιταλισμό, η εργασία είναι εμπόρευμα και ο νόμος του κέρδους επιβάλλει την ύπαρξη της ανεργίας. Καπιταλισμός χωρίς ανεργία δεν μπορεί να υπάρξει. Οι θέσεις εργασίας δεν δημιουργούνται από το μειωμένο ωράριο. Η άποψη ότι το εργατικό κίνημα μπορεί να επιβάλει κάποιον άλλον κοινωνικό καταμερισμό, μέσα στον καπιταλισμό και πριν την ανατροπή της αστικής εξουσίας, αποτελεί καραμπινάτο ρεφορμισμό.

Γράφει σε άλλο σημείο ο Π. Μαυροειδής: «Ο κομμουνισμός πρέπει να περιγραφεί όχι μόνο ως μια κοινωνία εξισωτικής διανομής του όποιου παραγόμενου πλούτου, αλλά ως ένα σύνολο κοινωνικών σχέσεων που αναφέρονται φυσικά στην κοινοκτημοσύνη του πλούτου, αλλά και στο χρόνο, το χώρο, την ελευθερία και το συνολικό πολιτισμικό “ευ ζην” με όρους αλληλεγγύης και οικολογικής ισορροπίας.»

Ο κομμουνισμός δεν είναι ένα άμεσα υλοποιήσιμο «πακέτο αιτημάτων» απογειωμένο από τη συνείδηση των μαζών που πρέπει να «περιγραφεί» την ώρα που περνάνε οι ερπύστριες του εργασιακού μεσαίωνα, αλλά ένα κίνημα που παίρνει σάρκα και οστά από τις μάχες της υλικής πραγματικότητας, και όχι από τη σφαίρα της φαντασίας. Ο κομμουνισμός δεν είναι «ένα πρόγραμμα στο οποίο πρέπει να προσαρμοστεί η ανθρωπότητα», αλλά το αποτέλεσμα της πολιτικής συγκρότησης της εργατικής τάξης ως τάξη για τον εαυτό της. Και αυτό δεν «περιγράφεται», κατακτιέται με πραγματικούς πολιτικούς στόχους πάλης.

ΚΚ - Προλεταριακή Σημαία

Διαβάστε επίσης: 

 

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

16 Μαΐου 2021

Ψηφιακή κάρτα εργασίας - Τι ακριβώς διασφαλίζει...;

0

Κεντρικό χαρακτήρα στην προπαγάνδα της γύρω απ’ το εξόφθαλμα αντεργατικό νομοσχέδιο έχει δώσει η κυβέρνηση στη λεγόμενη «ψηφιακή κάρτα εργασίας». Η στόχευση βέβαια αυτής της προπαγάνδας είναι πολλαπλή: να αποπροσανατολίσει τους εργαζόμενους, να κλείσει το μάτι στη ΓΣΕΕ «υλοποιώντας μια πάγια διεκδίκησή της», αλλά και να καθησυχάσει το μεγάλο ξένο και ντόπιο κεφάλαιο ότι θα περιορίσει τον «αθέμιτο ανταγωνισμό» που προκαλεί η κατά μέσο όρο μεγαλύτερη εργοδοτική αυθαιρεσία σε μικρότερους χώρους δουλειάς, σε σχέση με μεγαλύτερους που πρέπει να δείχνουν «νόμιμοι» στην εκμετάλλευση των εργαζόμενων.

Σύμφωνα με τον Χατζηδάκη, η ψηφιακή κάρτα εργασίας θα επιβεβαιώνει τις ώρες που δουλεύει ο εργαζόμενος και έτσι –υποτίθεται πως– θα προστατεύεται από αυθαιρεσίες του εργοδότη. Κάθε έξτρα ώρα, κάθε έξτρα λεπτό, κάθε έξτρα δευτερόλεπτο, λένε, θα μετράει στην κάρτα και θα λογαριάζεται αντίστοιχα η υπερωρία (αλλά και το διάλειμμα, η άδεια κτλ.). Η μορφή της πιθανότατα θα είναι είτε τα συστήματα που υπάρχουν ήδη στις μεγάλες επιχειρήσεις με τις φυσικές κάρτες που «χτυπιούνται» σε ηλεκτρονικές συσκευές συνδεδεμένες με κάποιο σύστημα καταγραφής είτε κάποια εφαρμογή όπου θα δηλώνει ο εργαζόμενος πότε ξεκινάει και πότε σταματάει τη δουλειά. Ταυτόχρονα, θα εξαλείφεται η υποχρέωση του εργοδότη να δηλώνει το ωράριο με τα «παραδοσιακά» μέσα.

Δεν μας λένε όμως κάτι: πώς ακριβώς προστατευόμαστε απ’ τις αυθαίρετες υπερωρίες; Ποιος δεσμεύει τα αφεντικά απ’ το να δηλωθούμε τυπικά «εκτός» μόλις τελειώσει το ωράριο και απλά να μας αναγκάσουν να συνεχίσουμε τη δουλειά; Αυτό δε γίνεται (με λίγο διαφορετικά «τεχνικά» μέσα) και τώρα; Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι με την ψηφιακή κάρτα και τη διασύνδεσή της με το σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ», οι ελεγκτικοί μηχανισμοί θα μπορούν να ξέρουν ποιους περιμένουν να βρουν σ’ έναν έλεγχο σε χώρο δουλειάς. Μόνο που αυτοί οι μηχανισμοί, βασικά η επιθεώρηση εργασίας που πλέον μετατρέπεται σε «ανεξάρτητη αρχή» για να μην τη χρεώνεται η κυβέρνηση, έτσι κι αλλιώς υπολειτουργούν, είναι υποστελεχωμένοι, ενώ δεν λείπουν κι οι «ειδικές σχέσεις» με την εργοδοσία. Περισσεύουν δε οι περιπτώσεις που έχουν φτάσει στη δημοσιότητα για εργοδότες που βάζουν εργαζόμενους να δουλεύουν κρυφά ή να εξαφανίζονται (ακόμα και κλειδωμένοι σε χώρους για ώρες) κατά τη διάρκεια των -σπάνιων- ελέγχων.

Όταν προωθείται ένα νομοσχέδιο που χτυπά κάθε δικαίωμα των εργαζόμενων, εκ των πραγμάτων η εργοδοσία ισχυροποιείται. Όταν νομιμοποιούνται οι απλήρωτες υπερωρίες και γίνεται καθεστώς η λογική του να δουλεύεις όσο, όπως και όποτε θέλει ο εργοδότης, η εργοδοτική αυθαιρεσία απελευθερώνεται. Υπάρχουν πάμπολλοι «ευφάνταστοι» τρόποι που θα βρουν οι εργοδότες για να παρακάμψουν τα μέσα που υποτίθεται πως θα επιβλέπει το κράτος και ν’ αναγκάσουν τον εργαζόμενο σε πρόσθετη δουλειά. Δεν αποκλείεται δε, η ψηφιακή κάρτα εργασίας να χρησιμοποιηθεί για να υπονομεύσει τη διεκδίκηση δεδουλευμένων αδήλωτων ωρών, αφού θα θεωρείται «απόδειξη» και «τεκμήριο συγκατάβασης» του εργαζόμενου που μπορεί υπό τον εκβιασμό της απόλυσης να φροντίζει τα χτυπήματα στην ψηφιακή κάρτα να ταιριάζουν με το δηλωμένο ωράριο κι ας μην έχουν καμία σχέση με το πότε πραγματικά αρχίζει και πότε σταματάει τη δουλειά. Εδώ είναι συχνό το φαινόμενο εργαζόμενοι να εξαναγκάζονται να υπογράφουν άδειες που δεν πήραν ποτέ προκειμένου ο εργοδότης να εμφανίζεται «εντάξει».

Το αφήγημα που φτιάχνει η κυβέρνηση, με τις ευλογίες της ΓΣΕΕ, ότι τα εργασιακά προβλήματα θα «ελέγχονται» από τους κρατικούς μηχανισμούς με τάξη, οργάνωση και «τεράστια πρόστιμα», ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας. Μόνο στόχο έχει να μην οργανωνόμαστε στα δικά μας όργανα, να μην αντιμετωπίζουμε τα προβλήματά μας συλλογικά. Η πραγματικότητα είναι πως το μόνο που μπορεί να εξασφαλίσει το ωράριο και κάθε εργασιακό δικαίωμα είναι οι αγώνες του εργαζόμενου λαού. Κι έτσι θα συνεχίσει να είναι.

Προλεταριακή Σημαία

Διαβάστε επίσης:  «Δικαίωμα στην αποσύνδεση» και κατάργηση του 8ωρου δεν πάνε μαζί - Η υποκρισία της κυβέρνησης δεν έχει όρια

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

14 Ιουνίου 2020

«ΣΥΝ-ΕΡΓΑΣΙΑ» κυβέρνησης-κεφαλαίου για τη διάλυση των εργασιακών σχέσεων

0

Άρθρο από την Προλεταριακή Σημαία (φύλλο 872)

Την Παρασκευή 29/5 κατατέθηκε από την κυβέρνηση η τροπολογία που προβλέπει, μεταξύ άλλων, την εφαρμογή του προγράμματος «ΣΥΝ-ΕΡΓΑΣΙΑ», το οποίο επιδοτεί την ημιαπασχόληση και χρηματοδοτείται από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα «SURE». Επί της ουσίας, πρόκειται για κλιμάκωση της αντεργατικής πολιτικής που ακολούθησε όλο το προηγούμενο διάστημα η κυβέρνηση, μέσα από την πληθώρα μέτρων που έλαβε με τις ΠΝΠ, τα οποία στόχο είχαν τη γενναία ενίσχυση των δυνάμεων του κεφαλαίου και της εργοδοσίας και την ισοπέδωση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, με πρόσχημα μάλιστα τη διατήρηση των θέσεων εργασίας τους.

Μόνη προϋπόθεση για να ενταχθεί μια επιχείρηση στο πρόγραμμα είναι η εμφάνιση μείωσης του τζίρου της τουλάχιστον κατά 20%, γεγονός που κάνει κατανοητό το εύρος των επιχειρήσεων που αφορά το πρόγραμμα και κατ’ επέκταση το τεράστιο κομμάτι εργαζομένων που θα πλήξει. Επίσης, θα συμπεριληφθούν επιχειρήσεις που λειτουργούν για πρώτη φορά και δεν έχουν καταγράψει έσοδα τους προηγούμενους μήνες. Οι εργοδότες που θα εντάσσονται στο «ΣΥΝ-ΕΡΓΑΣΙΑ» θα μπορούν μονομερώς να μειώσουν το χρόνο εργασίας κατά 50% ακόμη και για το σύνολο του προσωπικού πλήρους απασχόλησης που απασχολούν και να καταβάλλουν το μισό μισθό, ενώ το 60% του υπόλοιπου εισοδήματος θα καταβάλλεται από το κράτος. Οι εργαζόμενοι δηλαδή, θα έχουν μείωση των αποδοχών τους κατά 20% και θα εργάζονται εκ περιτροπής.

Το πρόγραμμα θα διαρκέσει από τις 15 Ιούνη μέχρι τις 15 Οκτώβρη, ωστόσο η κυβέρνηση δεν έχει αποκλείσει «την επέκταση της χρονικής ισχύος του εάν και εφόσον χρειαστεί». Ούτως ή άλλως, η ΕΕ έχει θέσει σαν ορίζοντα για το πρόγραμμα «SURE» το τέλος του 2022, ξεκαθαρίζοντας την κατεύθυνση για το επόμενο διάστημα. Ήδη για το χώρο των αερομεταφορών οι παραπάνω ρυθμίσεις έχουν πάρει παράταση μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου. Άλλο ένα «έκτακτο» μέτρο που ήρθε για να μείνει και, πάνω απ’ όλα, να διαμορφώσει το κατάλληλο κλίμα για να προχωρήσει το τσάκισμα των εργασιακών σχέσεων. Είναι προφανές ότι ακόμη και μετά την λήξη του προγράμματος, η εφαρμογή της ημιαπασχόλησης θα έχει γίνει καθεστώς για μια σειρά εργοδότες, ενώ στόχος είναι το ιδεολογικό χτύπημα των εργαζομένων και η εμπέδωση αυτού του καθεστώτος στις συνειδήσεις τους ως φυσιολογικό.

Πολύ κοντά πόδια έχουν και οι όποιες «δεσμεύσεις» αναλαμβάνει ο κάθε εργοδότης που εντάσσεται στο πρόγραμμα, με βάση τις οποίες όσο διαρκεί αυτό δεν έχει το δικαίωμα να αλλάξει την ισχύουσα σύμβαση που έχει με τον εργαζόμενο, ούτε να προβεί σε απολύσεις όσων υπαλλήλων έχουν ενταχθεί σε αυτό. Τους υπόλοιπους φυσικά μπορεί ελεύθερα να τους απολύσει(!), αλλά και για τους πρώτους είναι δεδομένο πως μετά το τέλος του προγράμματος το σενάριο της μετατροπής των συμβάσεων τους από πλήρους σε μερικής απασχόλησης, ακόμη και της απόλυσης (πόσο μάλλον αν δεν συμβιβαστούν σ’ αυτό το νέο καθεστώς) είναι ορθάνοιχτα για την εργοδοσία. Τόσο γερές βάσεις έχει η πολιτική της κυβέρνησης για τη δήθεν διάσωση των θέσεων εργασίας, την οποία επικαλείται!

Τα χτυπήματα που θα επιφέρει το πρόγραμμα στο εισόδημα των εργαζομένων θα είναι πολλαπλά. Πέρα από τη μείωση του 20% του μισθού τους, που είναι η επίσημη εκδοχή, πολλοί εργαζόμενοι στους οποίους εφαρμοζόταν η διαδεδομένη τακτική των εργοδοτών να δίνουν ένα μέρος του μισθού «μαύρα» θα βρεθούν αντιμέτωποι με πολύ μεγαλύτερη μείωση του εισοδήματός τους. Ακόμη, οι εργαζόμενοι θα δουν αναλογική μείωση στο επίδομα αδείας και στο δώρο Χριστουγέννων, αφού, σύμφωνα με τις δηλώσεις Βρούτση, «η προσαρμογή θα γίνει στη βάση του μισθού που παίρνει ο εργαζόμενος στην τσέπη του». Μένει να διευκρινιστεί από τις σχετικές υπουργικές αποφάσεις το ζήτημα αυτό, αλλά η τοποθέτηση του υπ. Εργασίας δεν αφήνει περιθώρια εφησυχασμού.

Είναι φανερό πως η εφαρμογή του προγράμματος «ΣΥΝ-ΕΡΓΑΣΙΑ» αποτελεί επένδυση από την πλευρά του κεφαλαίου και της κυβέρνησης για το νέο αντεργατικό τοπίο που θέλουν να διαμορφώσουν, αξιοποιώντας την περίοδο της πανδημίας. Η δραματική αύξηση των ανέργων θα αποτελέσει ακόμη ένα μοχλό πίεσης που θα εκμεταλλευτούν οι εργοδότες για να αυθαιρετήσουν σε βάρος των εργαζομένων που απασχολούν με μερική απασχόληση, επιβάλλοντας παράταση του νόμιμου ωραρίου (προφανώς απλήρωτη) και εντατικοποίηση του ρυθμού δουλειάς. Έχουν τεθεί οι βάσεις από το σύστημα για το περαιτέρω ξεδόντιασμα κάθε έννοιας εργασιακού δικαιώματος και την πλήρη ελαστικοποίηση των όρων δουλειάς. Στη νέα αντεργατική «κανονικότητα» που ετοιμάζουν, η διάλυση των εργασιακών σχέσεων θέλουν να γίνει καθεστώς και μάλιστα να εμπεδωθεί από τον κόσμο της εργασίας σαν «αντικειμενική» απόρροια της ύφεσης που επέφερε η πανδημία. Το εργατικό κίνημα πρέπει συγκροτημένα να απαντήσει και να υπερασπιστεί το ΔΙΚΑΙΩΜΑ στη δουλειά και στη ζωή με αξιοπρέπεια.

http://www.kkeml.gr/
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

16 Απριλίου 2020

ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΓΙΕΙΝΗ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑ στους εργασιακούς χώρους

0

Λάβαμε από φίλο του blog το κείμενο που ακολουθεί και που αναφέρεται στην υγιεινή και ασφάλεια στους χώρους δουλειάς και στο νομικό πλαίσιο που υπάρχει. Το θέμα επανήλθε στην επικαιρότητα με την πανδημία και την έλλειψη μέτρων προστασίας στους εργασιακούς χώρους. Έχουμε την αίσθηση ότι όπως μέσα στις λεπτομέρειες «κρύβεται ο διάολος», έτσι και μέσα στην πληθώρα των νόμων και των διατάξεων, καμουφλάρεται η κρατική και εργοδοτική, εγκληματική αδιαφορία και αυθαιρεσία. Αυτό αναδεικνύεται από τα χιλιάδες εγκλήματα της εργοδοσίας (εργατικά ατυχήματα τα βαφτίζουν), που συμβαίνουν. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η αποκάλυψη αυτής της αλήθειας είναι στην αρμοδιότητα του εργατικού κινήματος και η γνώση του νομικού πλαισίου μπορεί να βοηθήσει.

Ευχαριστούμε το φίλο για την συμβολή του.

Στην Ελλάδα ο παλαιότερος νόμος που σχετίζεται με την επαγγελματική υγεία και ασφάλεια είναι το 1920 ν.2273/1920. Από τότε και μέχρι σήμερα υπάρχουν αρκετοί νόμοι όσον αφορά στην υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων.

            Ο καθοριστικός νόμος με τον οποίο νομοθετήθηκε  προστασία του εργαζόμενου σε σχέση με την υγεία και την ασφάλεια του είναι ο ν.1568/1985 «Υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων» και ο οποίος κωδικοποιήθηκε στον Κώδικά Νόμων  για την υγεία και την ασφάλεια εργαζομένων N. 3850/2010. Ο παρών Κώδικας έχει ως αντικείμενο την εφαρμογή μέτρων για την προαγωγή της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων κατά την εργασία.

Στο κεφάλαιο Ζ΄ άρθρο 42 αναφέρει ότι ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων.

Στον Κώδικα καθορίζεται ο θεσμός του  Τεχνικού Ασφαλείας και του Γιατρού Εργασίας. Ο εργοδότης, που απασχολεί έναν και πάνω εργαζόμενους, υποχρεούται να απασχολεί Τεχνικό Ασφαλείας και ο εργοδότης που απασχολεί πάνω από 50 εργαζόμενους υποχρεούται να απασχολεί και γιατρό εργασίας.

Στα άρθρα του Κώδικά Νόμων 3850/2010 καθορίζονται οι προϋποθέσεις για την επίβλεψη της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων. Ο σχεδιασμός των χώρων εργασίας πρέπει να είναι τέτοιος ώστε να υπολογίζεται ελεύθερη επιφάνεια στην οποία ο εργαζόμενος πρέπει να κινείται ανεμπόδιστά. Θα πρέπει να υπάρχει σχέδιο διαφυγής και διάσωσης καθώς και ανοιχτοί οδοί διαφυγής και διάσωσης. Θα πρέπει να  συντηρούνται οι χώροι εργασίας και να συντηρούνται τακτικά τα συστήματα ασφαλείας. Οι διάδρομοι κυκλοφορίας να είναι ανοιχτοί και ανεμπόδιστοι. Ο αερισμός των χώρων πρέπει να ανανεώνεται κατάλληλα και σε να είναι ανάλογος της σωματικής προσπάθειας που απαιτείται και ειδικά όταν γίνεται με τεχνητά μέσα αυτά πρέπει να λειτουργούν συνεχώς. Η θερμοκρασία των χώρων  πρέπει να είναι ανάλογη της φύσης της εργασίας. Ο φωτισμός ειδικά ο τεχνητός θα πρέπει να είναι ανάλογος της φύσης της εργασίας ενώ προβλέπεται και η υποχρέωση ύπαρξης εφεδρικού φωτισμού σε ορισμένες περιπτώσεις. Συμπληρωματικό Προεδρικό Διάταγμα για τις κτιριολογικές εγκαταστάσεις των χώρων εργασίας είναι το Π.Δ. 16/96 για τους χώρους εργασίας, στο οποίο μεταξύ άλλων προβλέπεται  ύπαρξη αποδυτήριων, χώρων διαλλείματος καθώς και χώροι πρώτων βοηθειών, υποχρέωση πυρανίχνευσης και πυρασφάλειας και αναλυτικές κατευθύνσεις για αερισμό, φωτισμό και θερμοκρασία.

Σε άλλο σημείο του Κώδικα Νόμων προβλέπεται η υποχρέωση των εργοδοτών για προστασία από μηχανικούς και ηλεκτρικούς κινδύνους.

Το κεφάλαιο ΣΤ΄ του Κώδικα αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από φυσικούς, χημικούς και βιολογικούς παράγοντες. Ο εργοδότης οφείλει να γνωρίζει τους κινδύνους τους οποίους συνεπάγονται για την υγεία των εργαζομένων και οφείλει να παίρνει μέτρα ώστε να ελαχιστοποιείται η έκθεση των εργαζομένων σε παράγοντες φυσικούς, χημικούς και βιολογικούς. Ο εργοδότης, ανεξάρτητα από το αν απασχολεί γιατρό εργασίας, υποχρεούται να παραπέμπει  σε ιατρικό έλεγχο κάθε εργαζόμενο που εκτίθεται σε παράγοντες α) κατά την πρόσληψή του και στη συνέχεια σε τακτά χρονικά διαστήματα και β) κατά την αλλαγή θέση εργασίας ή μετά από ατύχημα. Δεν επιτρέπεται να απασχολείται εργαζόμενος σε εργασία που συνεπάγεται έκθεση σε παράγοντες αν αυτή είναι αντίθετη με τα πορίσματα του ιατρικού ελέγχου.

         Ο εργαζόμενος από τη μεριά του έχει υποχρέωση να εφαρμόζει όλους τους κανόνες υγείας και ασφάλειας και να φροντίζει ανάλογα με τις δυνατότητες του για την υγεία και την ασφάλεια του καθώς και την ασφάλεια και την υγεία των άλλων ατόμων που επηρεάζονται από τις πράξεις ή παραλείψεις του.

         Εκτός από τον Κώδικα Νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων υπάρχουν και ειδικά Προεδρικά Διατάγματα που εξειδικεύουν περισσότερο και αναλυτικότερα τις υποχρεώσεις των εργοδοτών. Τα κυριότερα είναι για τους Βιολογικούς παράγοντες το Π.Δ. 186/1995 και το Π.Δ. 174/1997. Για τους χημικούς παράγοντες το Π.Δ. 338/2001 και 339/2001. Για τους φυσικούς παράγοντες όπως θόρυβος, κραδασμοί τα κύρια Π.Δ. 149/2006 και Π.Δ. 176/2005 αντίστοιχα. Σε επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν ή μπορεί να εκτεθούν οι εργαζόμενοι τους σε μόλυβδο ή  αμίαντο ισχύουν μεταξύ άλλων και τα ειδικά Π.Δ. 94/1987 και 212/2006 αντίστοιχα. Ενώ υπάρχουν και μια σειρά διαταγμάτων για περιπτώσεις όπου οι εργαζόμενοι εκτίθενται σε καρκινογόνους παράγοντες όπως τα Π.Δ. : 339/1994,  127/2000 .

         Με το ΠΔ 395/1994 ο εργοδότης υποχρεούται να θέτει στη διάθεση των εργαζομένων τον κατάλληλο προς εκτέλεση της εργασίας εξοπλισμό ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίησή του. Με το Π.Δ. 396/1994 ο νομοθέτης διευκρινίζει ότι οι εξοπλισμοί ατομικής προστασίας πρέπει να χρησιμοποιούνται εφόσον οι κίνδυνοι δεν είναι δυνατό να αποφευχθούν ή να περιοριστούν επαρκώς με τεχνικά μέτρα ή μέτρα συλλογικής προστασίας ή μεθόδους ή διαδικασίες οργάνωσης της εργασίας. Με απλά λόγια τα Μέσα Ατομικής Προστασίας είναι το τελευταίο μέτρο από μια σειρά μέτρων που προηγήθηκαν από τον εργοδότη ώστε να εξασφαλίζεται η υγεία και η ασφάλεια των εργαζομένων. Πάντως στο διάταγμα προβλέπεται ότι πρέπει να δίδονται τα κατάλληλα μέσα ατομικής προστασίας δωρεάν και για προσωπική χρήση του εργαζόμενου και θα πρέπει να προσαρμόζονται στον εκάστοτε εργαζόμενο να συντηρούνται και αντικαθίσταται σε τακτά χρονικά διαστήματα και σε κάθε φθορά με έξοδα του εργοδότη. Οι εργαζόμενοι οφείλουν να τα χρησιμοποιούν.

         Με το Π.Δ. 397/1994 προβλέπονται οι ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας κατά τη χειρωνακτική διακίνηση φορτίων που συνεπάγονται κίνδυνο για τη ράχη και την οσφυϊκή χώρα και με το Π.Δ. 398/1994 προβλέπονται οι ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας κατά την εργασία με οθόνες οπτικής απεικόνισης.

Με το Π.Δ. 176/1997 δίνεται ιδιαίτερη μέριμνα για τις έγκυες και γαλουχούσες εργαζόμενες. Στις οποίες απαγορεύεται η νυχτερινή εργασία, απαγορεύεται η απόλυση και απαγορεύεται η έκθεση επικίνδυνη για την ασφάλεια και την υγεία τους.

Η νομοθεσία που αφορά στην ασφάλεια και υγεία στην εργασία επισύρει και κυρώσεις αποκλειστικά στους εργοδότες (προς διευκρίνιση σε περίπτωση παρερμηνείας!) σε περίπτωση διαπιστώσεων παράβασης τους, ή/και σε περίπτωση ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας.

Ο έλεγχος της νομοθεσίας γίνεται από τους Επιθεωρητές υγείας και ασφάλειας στη εργασία,  οι οποίοι είναι δημόσιοι υπάλληλοι του Υπουργείου Εργασίας.

Τα εργατικά ατυχήματα  δηλώνονται και διερευνώνται από την Επιθεώρηση Υγείας και Ασφάλειας στην Εργασία. Οι επαγγελματικές ασθένειες όμως πραγματικά «δεν υπάρχουν στην Ελλάδα» δεν δηλώνονται και ούτε είναι εύκολο να διαπιστωθούν, αφού στο σημείο αυτό υπάρχει αρκετή ασάφεια στη νομοθεσία. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι μόλις το 2012 με το Π.Δ. 41/2012 θεσμοθετήθηκε νομοθέτημα για τις επαγγελματικές ασθένειες.

Τα παραπάνω είναι επιγραμματικά κάποια από τα πιο κύρια διατάγματα που ισχύουν στην Ελλάδα. Η εργατική νομοθεσία που αφορά στην υγεία και την ασφάλεια του εργαζομένου είναι πολύ μεγάλη που καλύπτει αρκετά μεγάλο φάσμα εργασίας. Υπάρχουν φυσικά και σημεία που είναι ασαφή και χρειάζονται διευκρινήσεων.

Σήμερα πολλές φορές οι εργαζόμενοι, με την ανασφάλεια και τις ελαστικές σχέσεις εργασίας που υφίστανται, μην γνωρίζοντας τα δικαιώματα τους ή παραβλέποντας τα, στην ανάγκη τους να εργαστούν με όποιο κόστος, βάζουν σε δεύτερη μοίρα το σημαντικότερο όλων που είναι η υγεία και η ασφάλεια τους.

14 Απρίλη 2020

Εργαζόμενος σε ανασφάλεια
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

27 Μαρτίου 2020

Capital-virus!

0

Στις πλάτες των εργαζομένων όλα τα βάρη

Ολοένα και χειρότερες ρυθμίσεις φέρνει η κυβέρνηση ενάντια στους εργαζόμενους, την ώρα που απειλείται η ζωή τους από τη διάλυση του συστήματος περίθαλψης. Κατάσταση στην οποία οδήγησε η διαχρονική πολιτική του συστήματος και των κυβερνήσεων που το υπηρετούν, στη λογική του περιορισμού των λαϊκών κατακτήσεων και του «κόστους» τους για το κεφάλαιο, που αντιμετωπίζει τις λεγόμενες κοινωνικές παροχές ως «ξένο σώμα». Οι τέσσερις Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου (ΠΝΠ) που έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα με αφορμή τον κορονοϊό (25/2, 11/3, 14/3 και 20/3) περιλαμβάνουν κλιμακωτά αντεργατικά μέτρα, που συγκροτούν μια σκληρή ταξική επίθεση που αξιοποιεί την πανδημία και επιβάλλει από τώρα τους όρους ώστε οι εργαζόμενοι να πληρώσουν και τις οικονομικές συνέπειές της για μια ολόκληρη περίοδο.

Οι διατάξεις των ΠΝΠ χτυπούν κάθε εργασιακό δικαίωμα, από το ωράριο και την άδεια μέχρι το ίδιο το δικαίωμα στη δουλειά και το μισθό, ενώ ούτε η απεργία δεν εξαιρείται. Ακόμα κι οι ελάχιστες διατάξεις που παρουσιάζονται σαν προστατευτικές για τους εργαζόμενους, στην πραγματικότητα επιδοτούν την εργοδοσία, επιχειρούν να μετριάσουν το πολιτικό κόστος για την κυβέρνηση και προβλέπονται στο βαθμό που δεν έρχονται σε αντίθεση με την κυρίαρχη αντεργατική κατεύθυνση. Η εφαρμογή τους, άλλωστε, περιορίζεται από τον αρνητικό συσχετισμό και την εργασιακή ζούγκλα που έτσι κι αλλιώς κυριαρχούσε και ενισχύεται από τη γενική κατεύθυνση στήριξης της εργοδοσίας από την κυβέρνηση. Οι περισσότερες ρυθμίσεις αφορούν σε διευκολύνσεις για το κεφάλαιο, είτε απέναντι στους εργαζόμενους είτε απέναντι στις υποχρεώσεις προς το κράτος (του), με τις δεύτερες να αποτελούν πιθανή δικαιολογία για τα επόμενα χτυπήματα στις κατακτήσεις λαού κι εργαζόμενων λόγω… κακών κρατικών οικονομικών.

Αναστολή συμβάσεων εργασίας: Μια πρόγευση απόλυσης

Στις επιχειρήσεις που έχουν οριστεί από το υπ. Οικονομικών ως «πληττόμενες από τον κορονοϊό» (δηλαδή όσες έχουν κλείσει με αποφάσεις της κυβέρνησης, αλλά και πολλές περισσότερες) δίνεται η δυνατότητα αναστολής των συμβάσεων εργασίας μέρους ή του συνόλου των εργαζόμενων σ’ αυτές, για τουλάχιστον ένα μήνα (τουλάχιστον μέχρι 20 Απρίλη) και με ενδεχόμενο παράτασης. Πρόκειται για μια «προσωρινή απόλυση», δηλαδή πλήρης κάλυψη της απαίτησης της εργοδοσίας να μην πληρώσει μισθούς (και ασφαλιστικές εισφορές) για όποιο κομμάτι του προσωπικού της επιλέγει. Ήδη από την απαγόρευση λειτουργίας που προβλεπόταν στην πρώτη ΠΝΠ, οι αντίστοιχοι εργοδότες επικαλέστηκαν «ανωτέρα βία» και σταμάτησαν να πληρώνουν μισθούς. Με την τελευταία ΠΝΠ, αυτή η αυθαιρεσία νομιμοποιείται για κάθε περίπτωση εργαζόμενου που δούλευε σε χώρο που έκλεισε και επεκτείνεται με τον πιο ελαστικό τρόπο.

Για τις επιχειρήσεις που έχουν κύριο Κωδικό Αριθμό Δραστηριότητας (ΚΑΔ) έναν από αυτούς που περιλαμβάνονται στη λίστα του υπ. Οικονομικών (345 δραστηριότητες μέχρι και 24/3), δίνεται απόλυτη δυνατότητα στον εργοδότη να αποφασίσει πόσους και ποιους εργαζόμενους χρειάζεται (διάβαζε μπορεί να εκμεταλλευτεί σ’ αυτή τη φάση), με τις υποχρεώσεις του προς τους υπόλοιπους να εξαφανίζονται. Οι εργαζόμενοι που θα παραμείνουν άλλωστε θα εξαναγκαστούν σε εξαντλητικά ωράρια για να καλύψουν και τους υπόλοιπους, καθώς η αναστολή υποχρέωσης καταχώρησης του ωραρίου στο σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ» (από 11/3) καθώς και η δυνατότητα υπερωριακής απασχόλησης ακόμα κι αν έχουν εξαντληθεί τα ανώτατα όρια (από 14/3) έχει δώσει το πράσινο φως για αδιάκοπη εντατικοποίηση, ακόμα και στις (ελάχιστες) περιπτώσεις που οι υπερωρίες δηλώνονται και πληρώνονται. Οι δε επιχειρήσεις που δεν έχουν κύριο ΚΑΔ από τη λίστα, αλλά επιμέρους δραστηριότητές τους έχουν απαγορευτεί, εξακολουθούν να μπορούν να επικαλεστούν «ανωτέρα βία» και να μην πληρώνουν τους αντίστοιχους εργαζόμενους.

Για τους εργαζόμενους των επιχειρήσεων με κύριο ΚΑΔ από τη λίστα, των οποίων η σύμβαση εργασίας αναστέλλεται από τον εργοδότη, προβλέπεται εφάπαξ «αποζημίωση ειδικού σκοπού», (που ορίστηκε στα 800€ με υπουργική απόφαση) και κάλυψη των ασφαλιστικών τους εισφορών από το κράτος με βάση το δηλωμένο μισθό τους.

Το πρώτο ζήτημα είναι ότι τα 800€ –που καλύπτουν διάστημα από έναν ως ενάμιση μήνα ανάλογα με την περίπτωση– μπορεί να είναι πολύ λιγότερα από το μισθό που χάνουν οι εργαζόμενοι και σε κάθε περίπτωση είναι πολύ λιγότερα από τις υποχρεώσεις που έχουν να καλύψουν και ειδικά σ’ αυτή την περίοδο.

Το δεύτερο ζήτημα είναι πως προϋπόθεση για την είσπραξη του ποσού είναι ο εργοδότης να έχει δηλώσει αυτή την αναστολή της σύμβασης εργασίας. Καθώς οι συνέπειες για τους εργοδότες σε περίπτωση μη δήλωσης είναι μόνο ο αποκλεισμός τους από τα μέτρα προσωρινής αναστολής ή διευκόλυνσης πληρωμής οικονομικών υποχρεώσεών τους προς το κράτος, δημιουργείται ένα εκβιαστικό πλαίσιο προς αξιοποίηση. Ήδη από την πρώτη μέρα των σχετικών δηλώσεων, εμφανίστηκαν καταγγελίες για εργοδότες που απαιτούν από τους εργαζόμενους να τους δώσουν κομμάτι από τα 800€ σαν «αντάλλαγμα» για τη δήλωση.

Το τρίτο ζήτημα είναι ότι δυνατότητα δήλωσης έχουν μόνο οι επιχειρήσεις με κύριο ΚΑΔ που περιλαμβάνεται στη λίστα του υπ. Οικονομικών. Επομένως αποκλείονται όλοι οι εργαζόμενοι που δεν δουλεύουν και δεν πληρώνονται λόγω απαγόρευσης λειτουργίας δευτερεύουσας δραστηριότητας της επιχείρησης (πχ. επιχείρηση με κύριο ΚΑΔ χονδρικό εμπόριο και δευτερεύον λιανικό εμπόριο –με τα καταστήματα λιανικής να έχουν κλείσει– ή εταιρία με φούρνους και καφετέριες, όπου λειτουργεί η κύρια δραστηριότητα –ο φούρνος– αλλά δεν λειτουργούν οι καφετέριες).

Τέλος, καθόλου δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο εργοδότες να εξαναγκάσουν εργαζόμενους να δουλεύουν κανονικά ενώ ταυτόχρονα τους δηλώνουν σε αναστολή για να μην πληρώσουν το μισθό τους, αφού οι εργαζόμενοι «θα πάρουν τα 800».

... Και οι κανονικές απολύσεις καλά κρατούν

Η κυβέρνηση, δια στόματος Μητσοτάκη την περασμένη εβδομάδα, υποστηρίζει ότι «όποιες απολύσεις γίνουν θα είναι παράνομες». Στην πραγματικότητα, η ΠΝΠ που υπέγραψε στις 20/3 προβλέπει ότι θεωρούνται άκυρες μόνο οι απολύσεις που έγιναν από 18 Μάρτη και μετά, και μόνο για επιχειρήσεις που η δραστηριότητά τους έχει απαγορευτεί με κρατική εντολή.

Άκυρες επίσης θεωρούνται οι απολύσεις που γίνονται με καταγγελία της σύμβασης εργασίας μετά τις 20 Μάρτη από εργοδότες που προχωρούν σε (μερική ή ολική) αναστολή συμβάσεων εργασίας και για όσο διάστημα ισχύει η αναστολή, με βάση τα προηγούμενα. Μετά την αναστολή, οι συγκεκριμένοι εργοδότες υποχρεούνται μόνο «να διατηρήσουν τον ίδιο αριθμό θέσεων εργασίας για χρονικό διάστημα ίσο με εκείνο της αναστολής». Με άλλα λόγια, όσο οι εργαζόμενοι δεν εργάζονται δεν μπορούν να απολυθούν!!!

Όσες απολύσεις έγιναν πριν τις 18 Μάρτη, οι οποίες υπολογίζονται σύμφωνα με το υπ. Εργασίας σε 41.000 (αλλά θα αποδειχτούν περισσότερες καθώς πολλοί έσπευσαν να απολύσουν και αργότερα δηλώνοντας προηγούμενη ημερομηνία), είναι καθ’ όλα «νόμιμες». Μάλιστα, η ΠΝΠ εντάσσει αυτούς τους απολυμένους στους δικαιούχους της «αποζημίωσης ειδικού σκοπού» (τα 800€), είτε έχασαν τη δουλειά τους με καταγγελία της σύμβασης εργασίας είτε με «οικειοθελή αποχώρηση». Ενώ λοιπόν σ’ αυτή την περίπτωση αναγνωρίζεται έμμεσα ότι οι «οικειοθελείς αποχωρήσεις» κρύβουν απόλυση μέσω εξαναγκασμού σε παραίτηση, αυτές οι μεθοδεύσεις νομιμοποιούνται ακόμα κι όταν οι τυπικές απολύσεις θεωρούνται άκυρες (δηλαδή μπορεί να ανατραπούν με απόφαση δικαστηρίου μετά από άγνωστο χρόνο και με ερωτηματικό αν ο εργοδότης πραγματικά θα υλοποιήσει την απόφαση).

Επιπλέον, η επιλογή της κυβέρνησης για υποχρέωση διατήρησης του αριθμού των θέσεων εργασίας –που υποτίθεται ότι διασφαλίζει κάτι– στην ουσία επιτρέπει (αν όχι παροτρύνει) την αντικατάσταση του προσωπικού με άλλους εργαζόμενους αμέσως μόλις τελειώσει η περίοδος αναστολής των συμβάσεων εργασίας και φυσικά με πολύ χειρότερους μισθούς, σε περιβάλλον σκληρών εκβιασμών. Ακόμα κι αυτή η υποχρέωση ισχύει για ένα μικρό διάστημα (ενός μήνα με τα σημερινά δεδομένα), μετά από το οποίο οι απολύσεις απελευθερώνονται.

Για 6 μήνες με το 48% του μισθού!

Εκ περιτροπής εργασία και μεταφορά προσωπικού, με πρόσχημα την ασφάλεια

Στο άρθρο 9 της πιο πρόσφατης ΠΝΠ (20/3) προβλέπεται η δυνατότητα οποιουδήποτε εργοδότη –ανεξάρτητα αν η επιχείρηση θεωρείται πληττόμενη από τον κορονοϊό ή όχι– να θέσει με μονομερή του απόφαση σε εκ περιτροπής εργασία τους εργαζόμενους, χωρίς καμία από τις προϋποθέσεις που ίσχυαν μέχρι σήμερα (αποδεδειγμένα περιορισμένη δραστηριότητα της επιχείρησης, διαβούλευση με εκπροσώπους των εργαζόμενων κ.ά.). Μόνη προϋπόθεση είναι η εκ περιτροπής εργασία να γίνεται ανά βδομάδα και να αφορά τουλάχιστον τους μισούς εργαζόμενους στην επιχείρηση. Επιτρέπεται η μείωση της δουλειάς μέχρι τις δυο βδομάδες το μήνα (με αντίστοιχη μείωση του μισθού, δηλαδή μέχρι και 52%) και για διάστημα 6 μηνών. Χαρακτηριστικό του τρόπου που κινείται η κυβέρνηση είναι το γεγονός ότι το μέτρο ονομάζεται «λειτουργία επιχειρήσεων με προσωπικό ασφαλούς λειτουργίας» χωρίς να αναφέρει πουθενά τον όρο «εκ περιτροπής εργασία», ενώ προβλέπει υποχρέωση διατήρησης του αριθμού εργαζόμενων μόνο όμως για το διάστημα που επιβάλει την εκ περιτροπής εργασία.

Ανεξάρτητα αν η υπουργική απόφαση για την εφαρμογή του μέτρου τελικά περιορίσει τη δυνατότητα αυτή «μόνο» στις «επιχειρήσεις που πλήττονται» ή/και μειώσει τη διάρκειά του, η πολιτική κατεύθυνση που παρέχει την «ευελιξία» στο κεφάλαιο να μετακυλίσει τις επιπτώσεις της κρίσης με αφορμή τον κορονοϊό στους εργαζόμενους παραμένει. Και τροφοδοτεί την εργοδοσία με μια σειρά εργαλεία και, κυρίως, με την πολιτική στήριξη κάθε είδους αυθαιρεσίας. Ο «παραδοσιακός» μηχανισμός επιβολής εκ περιτροπής εργασίας άλλωστε παραμένει σε ισχύ και είναι πολύ πιθανό να χρησιμοποιηθεί κατά κόρον το επόμενο διάστημα.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και το άρθρο 10 της ίδιας ΠΝΠ, που επιτρέπει τη μεταφορά προσωπικού σε άλλη επιχείρηση στον ίδιο όμιλο, εφόσον πρόκειται για περίπτωση «που πλήττεται», χωρίς κανέναν περιορισμό πέραν της «διατήρησης, συνολικά, του ίδιου αριθμού εργαζόμενων». Επιτρέπεται δηλαδή η μεταφορά εργαζόμενων σε επιχειρήσεις που μπορεί να βρίσκονται χιλιόμετρα μακριά, με χειρότερες συλλογικές συμβάσεις, σε διαφορετικό αντικείμενο κ.ο.κ. και μάλιστα χωρίς κανένα χρονικό περιορισμό, ούτε με απαγόρευση των απολύσεων.

Εξοντωτικά ωράρια για όσους παραμένουν στη δουλειά

Ήδη από τις ΠΝΠ της 11/3 και της 14/3, προωθήθηκε η καταστρατήγηση του ωραρίου σε όσους χώρους δουλειάς παραμένουν σε λειτουργία. Από την αναστολή υποχρέωσης καταχώρησης των ωρών εργασίας στο «ΕΡΓΑΝΗ» και τη δυνατότητα υπέρβασης των ανώτατων ορίων υπερωριακής απασχόλησης, μέχρι τη διεύρυνση του ωραρίου τροφοδοσίας επιχειρήσεων τροφίμων και τη δυνατότητα λειτουργίας Κυριακές και αργίες στην παραγωγή, μεταφορά και εφοδιασμό τροφίμων, καυσίμων, φαρμάκων και παραϊατρικού υλικού, το σκηνικό υπερεντατικοποίησης στήθηκε από νωρίς. Σ’ αυτό προστέθηκαν οι προβλέψεις της τελευταίας ΠΝΠ για τα σουπερμάρκετ, το ωράριο των οποίων αυξήθηκε κατά 1 ώρα τις καθημερινές και κατά 2 ώρες το Σάββατο, ενώ δίνεται στον υπ. Ανάπτυξης η δυνατότητα να κηρύξει υποχρεωτική (!) τη λειτουργία τους τις Κυριακές, όποιες και όπου θέλει, για διάστημα 6 μηνών.

Από την αρχή, οι εργαζόμενοι στα σουπερμάρκετ καταγγέλλουν εξαντλητικούς ρυθμούς δουλειάς και αυθαιρεσίες (όπως η διακοπή της άδειας ειδικού σκοπού τα σαββατοκύριακα), με σκοπό οι εργοδότες να καρπωθούν την αυξημένη κίνηση αυτών των ημερών, αδιαφορώντας για τις συνέπειες στους εργαζόμενους. Η υποχρέωση Κυριακάτικης λειτουργίας –που υποστήριξε με εμφανή αγωνία ο Γεωργιάδης τις προηγούμενες μέρες– προωθεί τη μόνιμη και συνολική κατάργηση της Κυριακάτικης αργίας που επιδιώκει εδώ και αρκετά χρόνια το σύστημα, έχοντας ήδη πετύχει σοβαρό πλήγμα.

Την ελαστικοποίηση του ωραρίου και την εντατικοποίηση υπηρετεί γενικά και η λογική της εργασίας από απόσταση, με την οποία –επιπλέον– διατηρούνται οι εργαζόμενοι σε απόσταση και απομόνωση. Παρότι στη συγκεκριμένη φάση της πανδημίας του κορονοϊού, η τηλεργασία μπορεί να αποτελεί ακόμα και αίτημα για εργαζόμενους σε συγκεκριμένους χώρους, το σύστημα δεν την προωθεί για να προστατέψει τους εργαζόμενους, αλλά για να διασφαλίσει τη συνέχιση της λειτουργίας ορισμένων εγκαταστάσεων άμεσα και για να ελαστικοποιήσει τις σχέσεις εργασίας σε βάθος χρόνου. Δεν είναι τυχαία η «βιασύνη» για αλλαγή του σχετικού νομικού πλαισίου σε μια σειρά χώρες της Ευρώπης, αναγνωρίζοντας ανοιχτά ότι χρησιμοποίησαν την «ευκαιρία» για να επιβάλουν ρυθμίσεις που δεν θα γίνονταν αποδεκτές από τους εργαζόμενους σε φυσιολογικές συνθήκες.

Και το κλείσιμο των σχολείων χρεώνεται στους εργαζόμενους

Άδεια ειδικού σκοπού

Με βάση το κλείσιμο των σχολείων που αποφασίστηκε από την Τετάρτη 11 Μάρτη, η ΠΝΠ που εκδόθηκε εκείνη τη μέρα προέβλεπε «άδεια ειδικού σκοπού» για τον ένα γονέα παιδιού που είναι γραμμένο σε παιδικό σταθμό, νηπιαγωγείο, δημοτικό μέχρι και Γ’ γυμνασίου, υπό την προϋπόθεση ότι ο άλλος γονέας εργάζεται. Με τη δικαιολογία της «τριμερούς συμμετοχής στο έκτακτο και προσωρινό αυτό μέτρο», για κάθε 4 μέρες άδειας ειδικού σκοπού, η μία χρεώνεται από την κανονική άδεια του εργαζόμενου, ενώ το κράτος επιδοτεί μία ακόμα μέρα, με ενδεχόμενο τελικά να αυξηθεί αυτή η επιδότηση προκειμένου να μη χρεωθεί στον εργοδότη.

Πρόσθετα κωλύματα στην άδεια ειδικού σκοπού προβλέπονται για τους εργαζόμενους σε μια σειρά χώρους δουλειάς. Για υγειονομικούς σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, εργαζόμενους σε προνοιακούς φορείς και στον ΕΟΠΥΥ, καθώς και επιχειρήσεις παραγωγής, μεταφοράς και εφοδιασμού ενέργειας, ύδρευσης, καυσίμων, φαρμάκων και παραϊατρικού υλικού απαιτείται αιτιολογημένη απόφαση της διοίκησης για τη χορήγηση της άδειας. Στην περίπτωση των ΟΤΑ, η επόμενη ΠΝΠ (14/3) περιλαμβάνει πρόβλεψη για ανάθεση της καθαριότητας και της αποκομιδής και μεταφοράς σκουπιδιών σε ιδιώτες για 4 μήνες, αν το προσωπικό που απομένει μετά τη λήψη της άδειας ειδικού σκοπού «δεν επαρκεί για την εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία τους».

Όπως αναμενόταν, ακόμα και μ’ αυτούς τους όρους, είναι πάμπολλες οι καταγγελίες για εργοδότες που αρνούνται την άδεια ειδικού σκοπού στους εργαζόμενους. Πέρα από το δημόσιο τομέα, αποκλειστικά στον οποίο αυτή η άδεια επεκτάθηκε και για γονείς μικρών παιδιών που δεν είναι γραμμένα σε σταθμό, στον ιδιωτικό τομέα οι εργαζόμενοι που δεν έχουν τρόπο φροντίδας των παιδιών (και πολύ περισσότερο σε καθεστώς απαγόρευσης κυκλοφορίας) εξαναγκάζονται να χρεώνονται εξ ολοκλήρου την κανονική τους άδεια ή/και άδεια άνευ αποδοχών. Πρόβλημα που θα ενταθεί καθώς το κλείσιμο των σχολείων αναμένεται να παραταθεί για πολύ καιρό, μετά την πρώτη παράταση μέχρι 10 Απρίλη. Ερωτηματικό είναι τι θα γίνει για τις μέρες που τα σχολεία θα έκλειναν για Πάσχα, καθώς η γενική λογική που διαπνέει τη διάταξη είναι ότι η άδεια ειδικού σκοπού αφορά τις μέρες που τα σχολεία θα λειτουργούσαν κανονικά, ενώ για τις υπόλοιπες «κόψτε το λαιμό σας».

Η ελαστική εργασία... άθικτη από τον ιό

Σε μια σειρά άρθρα και παραγράφους των ΠΝΠ προβλέπεται η παράταση των συμβάσεων ορισμένων κατηγοριών συμβασιούχων (για 2 μήνες των συμβασιούχων καθαριότητας σε διάφορα υπουργεία, για 4 μήνες των συμβασιούχων σε ανταποδοτικές υπηρεσίες των ΟΤΑ κ.ά.). Έκδηλη είναι η αγωνία να μην αμφισβητηθούν οι ελαστικές σχέσεις εργασίας στο δημόσιο και να μην τεθεί ζήτημα μονιμοποίησης των συμβασιούχων. Σε κάθε σχετική διάταξη αναπαράγεται αυτούσια η φράση: «Η παράταση των συμβάσεων σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο δεν μεταβάλλει τον χαρακτήρα της σχέσης εργασίας, βάσει της οποίας προσλήφθηκαν οι απασχολούμενοι στις θέσεις αυτές».

Το ίδιο ισχύει και για τις περιπτώσεις των υγειονομικών, τις οποίες «διαφημίζουν» τα κυβερνητικά στελέχη. Η πρώτη ΠΝΠ (25/2) προέβλεπε μόνο τη δυνατότητα μετακίνησης υγειονομικών σε άλλες περιοχές, αποδοχής εθελοντών και προσλήψεων ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού από τον ΕΟΔΥ για 4 μήνες. Με την επόμενη ΠΝΠ (11/3) δίνεται δυνατότητα προσλήψεων στο ΕΣΥ (και στην επόμενη σε στρατιωτικά και πανεπιστημιακά νοσοκομεία και προνοιακούς φορείς), παράτασης συμβάσεων επικουρικών υγειονομικών για 4 μήνες και πρόσληψης συμβασιούχων στην Κ.Υ. του υπ. Υγείας επίσης για 4 μήνες και με γενικό χρονικό όριο τις 30/9/2020. Ακόμα και στην τελευταία ΠΝΠ και καθώς η επιδημία χειροτερεύει, προβλέπεται δυνατότητα πρόσληψης ανειδίκευτων γιατρών και παράτασης συμβάσεων ειδικευόμενων λοιμωξιολόγων, μόνο για 4 μήνες.

Να μην αναστείλουμε τους αγώνες - Να μην απομονώσουμε τις αντιστάσεις μας

Και οι λεπτομέρειες των διατάξεων των ΠΝΠ που έγιναν με αφορμή τον κορονοϊό αποδεικνύουν ότι το σύστημα δεν ασχολείται στα σοβαρά με τον περιορισμό της διάδοσης και των συνεπειών της νόσου στους εργαζόμενους και το λαό, αλλά προσπαθεί να διαχειριστεί επικοινωνιακά την πανδημία με σκοπό να μη χρεωθεί τις αποκλειστικά δικές του ευθύνες. Την ίδια ώρα που οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν μια υγειονομική λαίλαπα, η κυβέρνηση θέτει τις βάσεις για την αντεργατική λαίλαπα που έχει ξεκινήσει και θα φουντώσει το αμέσως επόμενο διάστημα.

Οι εργαζόμενοι πρέπει να αγωνιστούμε, από τώρα, με κάθε δυνατό τρόπο, ενάντια στα μέτρα που αξιοποιούν τον κορονοϊό για να προωθήσουν τον πιο βάρβαρο εργασιακό και κοινωνικό μεσαίωνα. Να μην αποδεχτούμε καμία απόλυση σε καμία περίπτωση. Να αντισταθούμε στην εκ περιτροπής εργασία, στις μετατροπές των συμβάσεων εργασίας, στην ελαστικοποίηση του ωραρίου, στο πετσόκομμα της άδειας, στις καθυστερήσεις και τις περικοπές μισθών κι επιδομάτων. Να διεκδικήσουμε πλήρη μισθολογική κι ασφαλιστική κάλυψη για όλο το διάστημα των «έκτακτων μέτρων». Να απαιτήσουμε διασφάλιση συνθηκών υγιεινής και ασφάλειας σε κάθε χώρο δουλειάς. Ελεύθερη, πλήρη και δωρεάν πρόσβαση στην περίθαλψη όλων των βαθμίδων. Μαζικές προσλήψεις προσωπικού και μονιμοποίηση συμβασιούχων κι επικουρικών. Επίδομα ανεργίας για όλους τους ανέργους χωρίς προϋποθέσεις και για όλο το διάστημα της ανεργίας.

Απέναντί μας είναι σίγουρο ότι θα βρούμε όλες τις δυνάμεις και όλους τους μηχανισμούς του συστήματος, που τώρα μας καλούν σε «ενότητα» με τους εκμεταλλευτές μας. Αυτούς που παίρνουν από τώρα τα μέτρα τους, βαθαίνοντας το καθεστώς της φασιστικοποίησης για να αντιμετωπίσουν τον εχθρό-λαό. Αυτούς που μεταξύ άλλων, αποφάσισαν (στο άρθρο 12 της ΠΝΠ της 20/3) να αναστείλουν –τουλάχιστον μέχρι το τέλος Απρίλη– την απαγόρευση πολιτικής επιστράτευσης και κάθε μορφής επίταξης κατά τη διάρκεια απεργίας. Γιατί ξέρουν καλά ότι οι δυνάμεις των εργαζόμενων μπορούν να βάλουν φραγμό στη δολοφονική πολιτική τους.

http://taxikiporeia.blogspot.com/
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

25 Μαρτίου 2020

Με τα μάτια ενός εργατολόγου..

0
Το κείμενο που ακολουθεί μετά το εισαγωγικό είναι αναδημοσιευμένο από το in. gr:

Ο δικηγορός – εργατολόγος και μέλος του Δ.Σ. του ΔΣΑ κος Γιάννης Κάπος αναλύει τα νέα μέτρα και εξηγεί ποιοι εργαζόμενοι δικαιούνται την έκτακτη οικονομική ενίσχυση, με ποια διαδικασία θα την εισπράξουν και ποιες θα είναι οι κυρώσεις για τους εργοδότες που επιλέξουν να μη συμμορφωθούν.

Έχουν μπολνταριστεί με κόκκινο χρώμα τα «επίμαχα» σημεία μιας τοποθέτησης που φαίνεται γενικότερα να τοποθετείται «φιλικά» στην κυβερνητική παρέμβαση και στις πράξεις νομοθετικού περιεχομένου που την συνοδεύουν.

Στα σημεία αυτά ακόμα και ο πλέον διακείμενος φιλικά προς την κυβερνητική παρέμβαση διακρίνει τα εξής στοχεία:

1.Η απαγόρευση απόλυσης εργαζομένου με την μορφή καταγγελίας αφορά στενά την περίοδο προσαρμογής και εφαρμογής των μέτρων. Μετά οι επιχειρήσεις μπορούν να προβούν σε απολύσεις.

2.Η εκ περιτροπής απασχόληση του 50% του εργατικού δυναμικού και η ελαστικοποίηση του ωραρίου θα έχει επίπτωση στους μειωμένους αναλογικά μισθούς. Καθώς δεν υπάρχει πρόνοια στην νομοθετική παρέμβαση «επ αυτού». Να σημειωθεί πως για αυτή την εκ περιτροπής απασχόληση ο επιχειρηματίας θα επιδοτηθεί από το κράτος

3. Δίνεται η δυνατότητα ευέλικτης μετακίνησης εργαζομένων εντός επιχειρήσεων του ίδιου ομίλου

4. Μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων και συνεπώς εργαζομένων θα μείνουν ακάλυπτοι γιατί δεν τηρούν τις προϋποθέσεις της ΚΑΔ ή γιατί είναι σε αμφιλεγόμενο «μεταίχμιο».

5. Κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί-παρά τις ρητές δηλώσεις του νομοθετήματος- ότι θα εφαρμόζεται για το έκτακτο χρονικό διάστημα των μέτρων για τον κορονοϊό ότι δεν θα υπάρχει επέκταση ή άλλου είδους νομοθετική παρέμβαση τώρα που το καθεστώς «έκτακτης ανάγκης» εμπεδώνεται.

Τέλος, από την εφημερίδα «Κόντρα» προβάλλεται η ανάγκη να καταθέσουν οι ταγοί του κράτους (Πρόεδρος, Πρωθυπουργός, Υπουργοί, Βουλευτικοί κλπ) έναν ή δύο μισθούς για την αντιμετώπιση της κρίσης.

Δεν ξέρουμε αν αυτό απηχεί μία γενικότερη μεθόδευση, αν δηλαδή η εφημερίδα είναι «λαγός» ή διεκδικεί τη θέση του… «λαγού».

Όμως αυτό διαμορφώνει κλίμα μείωσης των μισθών, ειδικά για τους «κρατικούς λειτουργούς» βλέπε δημόσιους υπαλλήλους κλπ.

Είναι φανερό πως αν οι μεγαλόσχημοι λειτουργοί του κράτους στερηθούν ένα ή δύο μισθούς ούτε θα κινδυνεύσουν με έξωση, ούτε με κόψιμο του ηλεκτρικού… Είναι κάτι δηλαδή που το σύστημα μπορεί να το εφαρμόσει για να διαμορφώσεις συνθήκες ηρωϊκού ταρατατζούμ ώστε να οδηγηθούμε σε μέτρα ενάντια σε μισθούς και συντάξεις του δημοσίου.

Σε συνθήκες απόλυτης εξαθλίωσης που θα προκύψουν, και με κενό πραγματικά αριστερού λόγου και πρακτικής, ο κοινωνικός αυτοματισμός είναι μία παράμετρος που μπορεί να χειριστεί το σύστημα και με δεδομένη προτεραία εμπειρία …

Το πράγμα θέλει παρακολούθηση και ανάδειξη.

Δημήτρης Μάνος, μέλος των αγωνιστικών κινήσεων εκπαιδευτικών

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

18 Φεβρουαρίου 2019

Δώρα στο Δημόσιο: το γαϊτανάκι ακινητοποίησης και αυταπατών συνεχίζεται

0
Ούτε μήνας δεν πρόλαβε να περάσει από τον καταιγισμό πιέσεων και «προτροπών» στους εργαζόμενους με εργοδότη το κράτος να καταθέσουν αιτήσεις διακοπής της παραγραφής διεκδίκησης του καταργημένου 13ου και 14ου μισθού από το 2013, δηλαδή των δώρων Πάσχα, Χριστουγέννων και του επιδόματος αδείας, στα τέλη της χρονιάς που μας πέρασε. Τώρα, πυρ ομαδόν εξαπολύεται για γρήγορη κατάθεση αγωγών για να «προλάβουν» την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας που συζήτησε σε ολομέλεια το θέμα την 1η του Φλεβάρη, επισπεύδοντας τις σχετικές προθεσμίες. Μάλιστα διαρρέει ότι η απόφασή του θα εκδοθεί σε τρεις έως τέσσερις μήνες. Εκτός από τον εκλογικό «οργασμό», μάλλον θα έχουμε και ανάλογο δικαστικό τον προσεχή Μάη!

Να υπενθυμίσουμε ότι το θέμα δεν αφορά μόνο τις μισθολογικές και κατ’ επέκταση εισοδηματικές περικοπές των εργαζομένων αλλά και την επαναχορήγηση όλων όσων καταργήθηκαν εφεξής. Με αυτή την έννοια άπτεται του πυρήνα της μνημονιακής επίθεσης που... ζει και βασιλεύει. Επίσης, πρόκειται για αρκετά δισεκατομμύρια ευρώ, απόδειξη της τεράστιας κλοπής που συντελέστηκε και συντελείται και στους εργαζόμενους στο Δημόσιο.

Η κυβέρνηση, ως υλοποιητής της αντεργατικής πολιτικής των ιμπεριαλιστών και του κεφαλαίου, για μια ακόμη φορά κρύβεται πίσω από την ανώτατη αστική δικαιοσύνη και η τελευταία καλείται να αποφανθεί επί ενός ολοφάνερα πολιτικού ζητήματος που δεν περιορίζεται μόνο στην αντισυνταγματικότητα αλλά και στον τρόπο καταβολής των ποσών που τυχόν θα επιδικασθούν. Οι τροϊκανοί, στον πρόσφατο έλεγχό τους, διαμήνυσαν ότι αποκλείεται να «εκτροχιαστεί» η δημοσιονομική πολιτική με βάση τα αναδρομικά, ενώ οι «αντοχές της οικονομίας» έχουν αναχθεί σε κύριο παράγοντα για το αν, τι ποσό και πώς θα καταβληθεί. Ακόμη κι αυτή η τυπική διάκριση των εξουσιών της αστικής «δημοκρατίας» τους, έχει πάει προ πολλού στα σκουπίδια, όταν πρόκειται για τα δικαιώματα, τις κατακτήσεις και τις διεκδικήσεις των εργαζομένων.

Τα «επιχειρήματα» που ανταλλάχτηκαν στο ΣτΕ από το Δημόσιο και τους δικηγόρους όσων προσέφυγαν είναι σε πλευρές τους έως και εμετικά, πράγμα που προδικάζει δύο εκδοχές. Πρώτον, να απορριφθούν τελεσίδικα και αμετάκλητα οι προσφυγές και δεύτερον να γίνουν δεκτές για ένα ελάχιστο αναδρομικό διάστημα και με αποπληρωμή σε δόσεις και σε βάθος χρόνου. Μόνο που τα δώρα κόπηκαν μονομιάς, στο σύνολό τους και για πάντα.

Το γαϊτανάκι αυτό της λεγόμενης δικαστικής οδού είναι αποπροσανατολιστικό και έχει ως στόχο να ακινητοποιήσει και αδρανοποιήσει τους εργαζόμενους. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η ίδια η κυβέρνηση παρότρυνε τους συνταξιούχους να την ακολουθήσουν. Το ίδιο έκανε και το σύνολο των αστικών ΜΜΕ και των φιλοξενούμενων από αυτά μεγαλοδικηγόρων. Στρέφεται ενάντια στα εργατικά συμφέροντα που δεν είναι άλλα από την καταβολή των αναδρομικών χωρίς καμιά περικοπή και την επαναχορήγηση των δώρων στο ακέραιο.

Υπόλογη ασφαλώς είναι και η αστική και ρεφορμιστική ηγεσία της ΑΔΕΔΥ που χρόνια τώρα αρνείται να υλοποιήσει απεργιακούς αγώνες αντίστασης και διεκδίκησης, γνωρίζοντας ότι μια τέτοια κατεύθυνση θα την φέρει σε ευθεία αντιπαράθεση και αναμέτρηση με όλους τους φορείς της αντεργατικής λαίλαπας. Το ίδιο κάνει και με τα αναδρομικά, με σκοπό την αναπαραγωγή της ως συνομιλητή και διαπραγματευτή με την εκάστοτε κυβέρνηση.

Οι εργαζόμενοι δεν έχουν, φυσικά, τέτοια «άγχη». Είναι αυτοί που βίωσαν και εξακολουθούν να υφίστανται τις μειώσεις των μισθών τους και έχουν καταστήσει ανυπόληπτη αυτή τη συνδικαλιστική ηγεσία. Παράλληλα, βέβαια, η ζημιά που έχουν υποστεί στη συνείδηση και τα όργανα πάλης τους, τους έχει οδηγήσει σε στάση αναμονής και ανάθεσης στους κάθε λογής εργατοπατέρες. Όσο κι αν οι εκλογικές και άλλες αυταπάτες που συστηματικά συνεχίζουν να καλλιεργούνται έχουν φέρει αρνητικό για τους εργαζόμενους αποτέλεσμα, μόνο το ξεδίπλωμα της πάλης και του αγώνα μπορεί ν’ ανατρέψει την υφιστάμενη κατάσταση.

Καμιά κυβέρνηση και κανένα δικαστήριο δεν πρόκειται να τους «δικαιώσει». Οι ίδιοι με την συλλογική, μαζική απεργιακή δραστηριοποίησή τους, κόντρα σε πολιτικούς διαχειριστές της αστικής εξουσίας και τους κρατικούς της μηχανισμούς, είναι και οι μόνοι αρμόδιοι να αποφανθούν προς κάθε κατεύθυνση για το «ύψος» της ζωής που δικαιούνται και αξίζουν!

Προλεταριακή Σημαία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

13 Φεβρουαρίου 2019

ΚΑΤΩΤΑΤΟΣ ΜΙΣΘΟΣ: Αύξηση; – Ποια αύξηση;

0
Με τυμπανοκρουσίες πρωθυπουργός και κυβερνητικά στελέχη ανακοίνωσαν την αύξηση του κατώτατου μισθού από τα 586 ευρώ στα 650 μεικτά καθώς και την κατάργηση του υποκατώτατου για τους νέους κάτω των 25 ετών. Στην ίδια απόφαση περιλήφθηκε και ανάλογη αύξηση στο κατώτατο μεροκάματο. Το καθαρό ποσό είναι φυσικά πολύ μικρότερο, αν αφαιρεθούν οι κρατήσεις για ΦΜΥ, περίθαλψη, σύνταξη κύρια κι επικουρική κλπ. Η Αχτσιόγλου μάλιστα φρόντισε να διευκρινίσει ότι ο νέος μισθός δεν ξεπερνά το ισχύον αφορολόγητο. Αυτά από τυπική άποψη.

Το 2015 η εκκολαπτόμενη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ υποσχόταν, μεταξύ των άλλων, την επαναφορά του μισθού του ανειδίκευτου εργάτη στην προ μνημονίων εποχή, δηλ. στα 751 ευρώ μεικτά. Τέσσερα χρόνια μετά, εν μέσω παρατεταμένης άτυπης προεκλογικής περιόδου, επιστρέφει μόνο ένα μικρό τμήμα, αφού η “έξοδος απ” τα μνημόνια” και ο “δημοσιονομικός χώρος” το επιτρέπουν. “Απειλεί”, μάλιστα, “όσους εργοδότες δεν συμμορφωθούν με βαριά πρόστιμα” για παραβάσεις που θα διαπιστώνονται από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας. Το γεγονός ότι το ΣΕΠΕ και υποστελεχωμένο είναι και στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων συντάσσεται με τα συμφέροντα των εργοδοτών, δεν έχει καμία σημασία.

Η λεγόμενη αγορά εργασίας έχει από χρόνια μετατραπεί σε ζούγκλα. Μένοντας μόνο στο θέμα των αμοιβών, η εργοδοσία έχει εξοπλιστεί με χίλιους δυο τρόπους, νόμιμους και παράνομους, για να επιβάλει τη θέλησή της, μειώνοντας κατακόρυφα το μισθολογικό, ασφαλιστικό και φορολογικό της κόστος. Μια σειρά νομοθετικές παρεμβάσεις της το επιτρέπουν, οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας έχουν καταργηθεί ενώ οι άτυπες και οι ελαστικές σχέσεις εργασίας έχουν απογειωθεί. Ήδη εργοδοτικές ενώσεις “κρούουν τον κώδωνα” αύξησης της ανεργίας και μετατροπής των συμβάσεων πλήρους σε μερικής κι εκ περιτροπής απασχόλησης, εξ αιτίας της αύξησης του μισθού! Για να μη μιλήσουμε για την απληρωσιά μηνών, τα δώρα που πολλές φορές επιστρέφονται “μαύρα” στ” αφεντικά, τα εργοδοτικά εγκλήματα που θερίζουν, τις απειλές, την τρομοκρατία ακόμη και τους ξυλοδαρμούς που, ως εξαίρεση, επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Μέσα σ” αυτό το κλίμα εργασιακού μεσαίωνα, ο καθορισμός του κατώτατου μισθού και μεροκάματου στον ιδιωτικό τομέα από το κράτος και την κυβέρνηση αποδεικνύει τον ταξικό χαρακτήρα της αντεργατικής επέλασης, αφού τυπικά δεν δικαιολογείται από τα “υψηλά ελλείμματα και χρέη” που δήθεν υπαγόρευσαν τις μνημονιακές πολιτικές αναφορικά με τις αμοιβές των δημοσίων υπαλλήλων και τις συντάξεις. Πολύ περισσότερο που όλα τα προϊόντα και υπηρεσίες αυξάνονται καθημερινά, εκτοξεύοντας το κόστος της ζωής και ροκανίζοντας τις αμοιβές. Και να σκεφτεί κανείς ότι προ δεκαετίας και βάλε, το αίτημα που αστικές και ρεφορμιστικές δυνάμεις πρόβαλαν ήταν τα 1.200 ευρώ κατώτατο μηνιαίο μισθό!

Η τυπική αύξηση επομένως του κατώτατου μισθού και μεροκάματου επιδιώκει να ξεπλύνει το σύνολο της αντεργατικής πολιτικής της κυβέρνησης και να παρουσιάσει αυτά τα λίγες δεκάδες ευρώ ως “δυνατή και δίκαιη αύξηση”, εμφανίζοντάς την ως “παροχή” του ΣΥΡΙΖΑ προς τους εργαζομένους. Το γεγονός ότι γίνεται λόγος για την φορολογία, αφήνει ορθάνοιχτο το ενδεχόμενο να μετατραπούν οι ονομαστικές αυξήσεις σε… μειώσεις από 1-1-2020, όταν θα έχει τελειώσει το εκλογικό πανηγύρι και θα τεθεί σ” εφαρμογή η ήδη ψηφισμένη δραματική μείωση του αφορολόγητου. Θα έχουμε τότε να κάνουμε με μια νεοεκλεγείσα κυβέρνηση (ανεξάρτητα ποιοι θα την συναποτελούν), έτοιμη για νέα κλιμάκωση της επίθεσης και στις εργατικές αμοιβές.
Όσο κι αν προσπαθεί ο ΣΥΡΙΖΑ να εμφανίζεται άκαιρα ως ο Άγιος Βασίλης, όσο κι αν η Νέα Δημοκρατία και οι φυλλορροούσες ενδιάμεσες αστικές δυνάμεις δήθεν νοιάζονται για τις λαϊκές κι εργατικές μάζες, η ίδια η ζωή παραμένει αδιάψευστος μάρτυρας της μόνιμης λεηλασίας που συντελείται στο λαϊκό κι εργατικό εισόδημα από το σύστημα και τους φορείς του. Κανένα ψίχουλο δεν έχει την ικανότητα να κάνει τον κόσμο να ξεχάσει αυτό που βιώνει, το μαύρο παρόν και το μελανό μέλλον που του ετοιμάζουν ιμπεριαλιστές, ντόπιο κεφάλαιο και αστικές κυβερνήσεις. Και είναι οι ίδιες οι μάζες των καταπιεσμένων κι εκμεταλλευόμενων που καλούνται ν” αντιδράσουν και να στείλουν την όποια παροχολογία στα αζήτητα, αντιστεκόμενοι και διεκδικώντας πραγματικές αυξήσεις σε μεροκάματα και μισθούς!

Προλεταριακή Σημαία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

23 Ιανουαρίου 2019

Η αύξηση του κατώτατου μισθού στην υπηρεσία του συστήματος

0
Σε αύξηση του κατώτατου μισθού δηλώνει ξανά πως θα προχωρήσει η κυβέρνηση, με εφαρμογή πλέον από 1η Φλεβάρη 2019. Καλεί λοιπόν τους εργαζόμενους να «πανηγυρίσουν» για μια αύξηση όχι μεγαλύτερη από 37 ευρώ τον μήνα καθαρά -σύμφωνα με τα πλέον αισιόδοξα σενάρια- ώστε να κρύψει τις συνέπειες που προκαλεί η συνεχιζόμενη αντεργατική της πολιτική και, κύρια, η επιλογή της να διατηρήσει τη ρύθμιση του κατώτατου μισθού στα χέρια του κράτους. Ρύθμιση που ικανοποιεί όχι μόνο τις προεκλογικές ανάγκες της ίδιας της κυβέρνησης αλλά και συνολικά τις πολιτικές ανάγκες του συστήματος.

Σύμφωνα με τα πιο αισιόδοξα λοιπόν σενάρια, ο μικτός κατώτατος μισθός πρόκειται να αυξηθεί από 586 ευρώ σε περίπου 630 ευρώ, με παράλληλη κατάργηση του υποκατώτατου για τους κάτω των 25 χρονών. Η αύξηση θα ανακοινωθεί με απόφαση της υπουργού Εργασίας, με πιστή τήρηση της διαδικασίας που προβλέπει ο νόμος του 2012, με τον οποίο πέρασε ο καθορισμός του κατώτατου μισθού στην ευχέρεια του κράτους, αντί της διαπραγμάτευσης της ΓΣΕΕ με τις εργοδοτικές ενώσεις.

Η ενδεχόμενη αύξηση αφορά άμεσα κομμάτι των 670.000 εργαζόμενων που επίσημα παίρνουν λιγότερο από 600 ευρώ μικτά τον μήνα. Είναι ερωτηματικό πόσο ακριβώς κομμάτι, καθώς ένα μέρος δουλεύει ελαστικά και μπορεί να μην αμείβεται με τον βασικό, ενώ έχει πια γενικευτεί η πρακτική να δηλώνεται ο κατώτατος και ο υπόλοιπος μισθός να δίνεται «μαύρα», προκειμένου ο εργοδότης να γλυτώνει εισφορές. Για αυτές τις περιπτώσεις, που μόνο άγνωστες δεν είναι στην κυβέρνηση, η αύξηση του κατώτατου θα φέρει αύξηση των κρατήσεων και της φορολογίας, θα σημάνει μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος για τους εργαζόμενους ενώ μπορεί και να αφαιρέσει την πρόσβαση σε ό,τι σχετίζεται με το ύψος του εισοδήματος. Στους υπολογισμούς της η κυβέρνηση δεν ξεχνάει και τη μείωση του αφορολόγητου κατά 3.000 ευρώ από το 2020, που χτυπάει δυσανάλογα τους χαμηλότερα αμειβόμενους.

Συνδεδεμένα με τον κατώτατο μισθό είναι το επίδομα ανεργίας, το επίδομα μητρότητας και ορισμένα ακόμα επιδόματα του ΟΑΕΔ, συμπεριλαμβανομένων των επιδοτήσεων της εργοδοσίας για προσλήψεις. Η κατάργηση του υποκατώτατου άλλωστε θα εξισορροπηθεί με την –ήδη ψηφισμένη– επιδότηση των εργοδοτικών εισφορών για τους κάτω των 25. Από την άλλη, με βάση τον κατώτατο ορίζονται και οι ελάχιστες εισφορές αυτοαπασχολούμενων, εργαζόμενων με μπλοκάκι και αγροτών, οι οποίες θα αυξηθούν ανάλογα.

Η κυβέρνηση αυτή υπόσχεται αύξηση του κατώτατου μισθού εδώ και χρόνια. Το 2015 ο Σκουρλέτης (ως υπουργός Εργασίας) δήλωνε ότι «η πρώτη αύξηση θα γίνει την 1η Οκτωβρίου 2015 στα 680 και η δεύτερη την 1η Ιουλίου 2016 στα 751 ευρώ». Τώρα φαίνεται πως η κυβέρνηση έχει την έγκριση από το κεφάλαιο και τους ιμπεριαλιστές να προχωρήσει σε μια ονομαστική αύξηση που δεν καλύπτει ούτε καν την αύξηση του κόστους ζωής από το 2012 μέχρι σήμερα, προκειμένου να συμπληρωθεί το παραμύθι περί «εξόδου από την κρίση» και «επιτυχημένου προγράμματος διάσωσης», την ώρα που μελέτες κατατάσσουν τον κατώτατο μισθό στην Ελλάδα ανάμεσα στους χαμηλότερους στον κόσμο σε όρους αγοραστικής δύναμης. Έτσι κι αλλιώς, ο αρνητικός για τους εργαζόμενους συσχετισμός θα ψαλιδίσει κατά πολύ την όποια αύξηση, με τους εργοδότες να έχουν στη διάθεσή τους και όλη την πρόσφατη αντεργατική νομοθεσία που διευκολύνει πχ. τη μετατροπή συμβάσεων σε ημιαπασχόληση ή τη μείωση των δηλωμένων ωρών. Στα ίδια δεδομένα πατάει κι η πρόσφατη «δέσμευση» του Μητσοτάκη για κατώτατο στα 703 ευρώ.

Κυρίαρχο στοιχείο της κυβερνητικής πολιτικής παραμένει ο συνδυασμός εμπέδωσης του εργασιακού και κοινωνικού μεσαίωνα και διατήρησης του λαού και των εργαζόμενων μακριά από αγώνες. Η αύξηση του κατώτατου μισθού υπηρετεί αυτόν το διπλό σκοπό και σε καμιά περίπτωση δεν «επαναφέρει» κάποια προηγούμενη κατάσταση. Οι εργοδοτικές ενώσεις δίνουν την έγκρισή τους γιατί γνωρίζουν ότι δεν πρόκειται η όποια αύξηση να «συμπαρασύρει» συλλογικές συμβάσεις, αφού τέτοιες δεν υπάρχουν παρά ελάχιστες και με συγκεκριμένους όρους. Το κύριο: αναγνωρίζει τη σημασία που έχει η παραπέρα αποσυγκρότηση του εργατικού κινήματος, την οποία υπηρετεί η κυβέρνηση (και) μέσω του καθορισμού του κατώτατου μισθού από το κράτος, ώστε το ζήτημα να παρουσιάζεται σαν ανεξάρτητο από τους αγώνες των εργαζόμενων και οι κοινοβουλευτικές αυταπάτες να παραμένουν κυρίαρχες.

Προλεταριακή Σημαία

Υ.Γ. (Α.σ.Γ.):
Έχουν ήδη αρχίσει η συζητήσεις - διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης με τους "Θεσμούς" για δύο ζητήματα. Το ένα είναι τα "κόκκινα δάνεια", αυτά δηλαδή που χιλιάδες εργαζόμενοι και επαγγελματίες δεν μπορούν να πληρώσουν λόγο της μεγάλης μείωσης έως και εξαφάνισης μισθών και εισοδημάτων, και το άλλο είναι το ζήτημα του μισθού. Του υποκατώτατου που ανακοινώθηκε ότι θα καταργηθεί και του κατώτατου που θα αυξηθεί. Εδώ και μήνες, από τον Αύγουστο όπου υποτίθεται ότι βγήκε η χώρα από τα μνημόνια και την επιτήρηση, διαφημίζει η κυβέρνηση αυτή την αύξηση. Είναι μάλιστα ένα από τα ζητήματα που αγωνιούσε ο πρωθυπουργός μη τυχόν και χάσει τη διακυβέρνηση του τόπου και δεν προλάβει να τα περάσει! Τις τελευταίες μέρες όμως, παρά τη... σιγουριά μέχρι και πριν λίγων ημερών, άρχισε μια αμφισβήτηση για το τι θα γίνει ακριβώς. Και αυτή η αμφισβήτηση ξεκινά από τις αντιρρήσεις των "Θεσμών" οι οποίοι υποτίθεται ότι πλέον δεν έχουν λόγο για τα ζητήματα αυτά. Κι όμως ο λόγος τους όχι μόνο μετράει αλλά πλέον τα ΜΜΕ μεταδίδουν "εναλλακτικά" σενάρια και για το ζήτημα του υποκατώτατου, που μπορεί και να μην καταργηθεί για να μην αυξηθεί η ανεργία των νέων, αλλά και για την κατώτατο που πλέον δεν μιλούν για 5 ή 10% αύξηση αλλά για 2.5% έως κοντά στα 5! Και αυτό γιατί το ΔΝΤ και η ΕΚΤ δεν τα θέλουν και η ΕΕ διστάζει! Ενώ οι εργαζόμενοι θα πρέπει να είναι ευχαριστημένοι έτσι κι αλλιώς, γιατί όπως και να 'χει προέχει το καλό της ανάπτυξης!
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ

24 Νοεμβρίου 2018

Ο εργατοπατερισμός ως αντίληψη

0
Οι πρόσφατες εξελίξεις σχετικά με τις απεργίες, συνέχεια και πρακτική έκφραση τοποθετήσεων για την απεργία στις 30 Μάη, μπορεί να προκαλούν ενθουσιασμό σε ορισμένους, είναι όμως βαθιά ανησυχητικές. Δε χρειάζεται να τοποθετηθούμε ξανά για την κατάσταση του εργατικού κινήματος και συνολικά των εργαζομένων. Χρειάζεται, όμως, να υπενθυμίσουμε ότι για να τη δει κανείς, πρέπει να το θέλει. Πρέπει να κοιτάζει την αντικειμενική, συνολική πραγματικότητα στην οποία δουλεύουν ­-με τις διαβαθμίσεις και τις διαφοροποιήσεις της- τα εκατομμύρια των εργαζομένων στην Ελλάδα. Έχει γίνει δυστυχώς συνήθεια, ειδικά σε ανθρώπους με αναφορά στο κίνημα, να περιορίζουν ολοένα και περισσότερο την οπτική τους, ώστε η εικόνα να ανταποκρίνεται τελικά στη θεωρητική κατασκευή.

Σύμφωνα με αυτή την περιορισμένη εικόνα, όχι μόνο οι συνδικαλιστικές ηγεσίες δεν έχουν την παραμικρή εκτίμηση των εργαζομένων, αλλά διαμορφώνονται και όροι «προσπεράσματός» τους. Συγκεντρώνονται δυνάμεις που βλέπουν τα πράγματα έξω από τη συμβιβαστική (και συμβιβασμένη) κατεύθυνση των ηγεσιών και δημιουργούν γεγονότα «νέα», «ελπιδοφόρα», «με κέφι και αισιοδοξία». «Πέρα» από τις (κεντρικές) συνδικαλιστικές ηγεσίες, χωρίς αυτές και τα προβλήματά τους.

Τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. Οι εργαζόμενοι ζουν, δουλεύουν και παλεύουν στο πλαίσιο ενός πολύ αρνητικού συσχετισμού. Αυτός ο συσχετισμός καταγράφεται μεταξύ άλλων σε δεκάδες νόμους, σε δικαστικές αποφάσεις, σε συμβάσεις εργασίας (συλλογικές και ατομικές), σε αποδεικτικά μισθοδοσίας, σε συνελεύσεις σωματείων και σε απεργιακές συγκεντρώσεις (ή μάλλον στην έλλειψή τους). Τον αισθάνεται όποιος ψάχνει για δουλειά, όποιος δουλεύει και προσπαθεί να «μην μπλέκεται», όποιος δουλεύει και προσπαθεί να παρέμβει στους συναδέλφους του, όποιος δουλεύει και προσπαθεί να «τα ακουμπήσει» σε συνδικαλιστές-συνδέσμους με εργοδότες, βουλευτές, υπουργούς, υποψήφιους υπουργούς και κάθε είδους σωτήρα.

Αυτός ο αρνητικός συσχετισμός καταγράφεται και εντός του κινήματος. Στα εκατομμύρια των εργαζομένων που δεν γράφονται σε σωματεία. Στην κυριαρχία των αστικών δυνάμεων στα σωματεία που υπάρχουν, ειδικά στα πολύ μαζικά και σε αυτά που βρίσκονται πραγματικά μέσα σε χώρους δουλειάς. Στην αδυναμία έκφρασης, πόσο μάλλον ισχυροποίησης μιας αγωνιστικής αντίληψης. Στη δυσκολία εκδήλωσης αντιστάσεων και στην αδυναμία τους να καταγράψουν νίκες όταν υπάρχουν.

Καταγράφεται, όμως, και στην ενίσχυση κατευθύνσεων παραίτησης, ιδιώτευσης ή αναζήτησης διεξόδου «έξω» από το πρόβλημα, «μακριά» από αυτό. Τέτοια κατεύθυνση είναι αυτή που ενισχύεται το τελευταίο διάστημα, και ακόμα περισσότερο με βάση το πώς αντιμετωπίζεται η κατάσταση με τα πολλαπλά απεργιακά καλέσματα, δηλαδή σαν «επιτυχία», σαν «δυνατότητα», σαν «προοπτική». Στην ουσία της, πρόκειται για συνέχεια της λογικής του σωματείου-παράταξη, του σωματείου που συγκροτείται όταν συγκεντρωθεί ο αριθμός που απαιτεί το πρωτοδικείο, αδιαφορώντας για το αν υπάρχει ήδη σωματείο στον κλάδο ή/και σε αντιπαράθεση με επιχειρησιακά σωματεία. Αυτή τη λογική καλλιεργούν οι συνδικαλιστικές δυνάμεις του ΚΚΕ τις τελευταίες δεκαετίες, η οποία αποτελεί επιλογή και, επομένως, διαφέρει πολύ από προηγούμενες καταστάσεις στις οποίες δεκάδες σωματεία, ακόμα και ομοσπονδίες, διαγράφονταν από τη δύναμη της ΓΣΕΕ. Υπόβαθρο αυτής της λογικής είναι ότι η βάση συγκρότησης των σωματείων δεν είναι το κοινό (ταξικό) συμφέρον των εργαζόμενων αλλά οι κοινές πολιτικές αντιλήψεις τους, με τη θέση τους στην παραγωγή να περνάει σε δεύτερη μοίρα και να αφορά περισσότερο τους τύπους και τη νομιμοποίηση του πράγματος. Από την ίδια λογική πηγάζουν ένα σωρό φαινόμενα, με κοινό χαρακτηριστικό το «κρύψιμο» της πολιτικής μέσα σε σωματεία, την ανάθεση πολιτικών καθηκόντων σε συνδικαλιστικά όργανα, την «αποπομπή» των κομμάτων για να επανέλθει «από το παράθυρο» η πλέον «κομματική» λειτουργία (που πχ. απαγορεύει τις παρατάξεις στα λεγόμενα σωματεία βάσης).

Η κατεύθυνση αυτή, όσες φορές κι αν ξαναεμφανίζεται, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Η δημοκρατική λειτουργία των σωματείων δεν είναι ηθικοπλαστική νουθεσία, είναι ανάγκη για την ανάπτυξη πραγματικών αγώνων και για τη διαδικασία συγκρότησης της εργατικής τάξης. Οι δυνάμεις που πανηγυρίζουν για την απεργία της 1/11 βαδίζουν το δρόμο που έχει στρώσει το ΚΚΕ από χρόνια (πριν το ΠΑΜΕ) και, με συνέπεια, του χρεώνουν ότι αφήνει χωρίς «ηγεσία» την κατεύθυνση που το ίδιο προωθεί. Βέβαια, το ΚΚΕ έχει φροντίσει να διατηρεί μια ασάφεια για το χαρακτήρα του ΠΑΜΕ, το οποίο άλλοτε χαρακτηρίζεται και δρα ως παράταξη και άλλοτε ως συνδικαλιστικό όργανο παράλληλο των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, με «μέλη» σωματεία και ομοσπονδίες/εργατικά κέντρα, ώστε να μπορεί να το χρησιμοποιεί κι έτσι κι αλλιώς. Δεν θέλει, άλλωστε, να αναλάβει την ευθύνη μιας κατεύθυνσης που γνωρίζει ότι δεν έχει προοπτική και αξιοποιείται μόνο για δημιουργία εντυπώσεων και υπεκφυγές. Το ΚΚΕ έχει βασική ευθύνη για τη σύγχυση που έχει προκαλέσει και συνεχίζει να προκαλεί αυτή η τακτική του. Ευθύνη όμως έχουν και οι πολιτικές και συνδικαλιστικές δυνάμεις με αναφορά στην αριστερά ή/και στην αυτονομία, που την ακολουθούν και την ενισχύουν, στη βάση φυσικά των δικών τους διαχρονικών πολιτικών αντιλήψεων και πρακτικών.

Η τεράστια πλειοψηφία των εργαζόμενων στην Ελλάδα αγνοεί τη συζήτηση που άνοιξε ξανά με βάση τα πολλαπλά απεργιακά καλέσματα. Αν τη μάθει ένας εργαζόμενος, είτε αδιαφορεί γιατί τα ζητήματα του κινήματος νιώθει πως δεν τον αφορούν, είτε εντείνεται η απέχθειά του προς τους πολιτικαντισμούς που συνοδεύουν τη συνδικαλιστική δραστηριότητα. Ακόμα κι οι εργαζόμενοι που διατηρούν σχέση με το κίνημα καλούνται να διαλέξουν σωματείο, συγκέντρωση, διαδήλωση και -πλέον- μέρα απεργίας. Ακόμα κι αν, για ένα μικρό διάστημα, δημιουργείται ένας εύθραυστος ενθουσιασμός σε κάποιον κόσμο, γρήγορα ανακαλύπτει ότι τα ζητήματα δεν λύνονται όταν τα αγνοείς. Ότι η ζωή του δεν βελτιώνεται, ότι η εργοδοσία δεν χαρίζει τίποτα ούτε αναγνωρίζει σωματεία αν δεν εξαναγκαστεί, ότι η συλλογική δράση με τους διπλανούς του παραμένει αναγκαία. Και αν δεν ξεκαθαρίσει ποια αντίληψη αναπαράγει τα αδιέξοδα και ποια μπορεί να δώσει διέξοδο, σταδιακά οδηγείται στη θεωρητικοποίηση της παραίτησης: ότι όλοι είναι (και θα είναι πάντα) υποταγμένοι, ότι όλοι κοιτάζουν (και θα κοιτάζουν πάντα) τον «εαυτούλη» τους, ότι κανένας δεν καταλαβαίνει και ούτε πρόκειται και ούτε χρειάζεται να καταλάβει. Βοηθάει βέβαια κι ο βερμπαλισμός όλων των επίδοξων «ταξικών πόλων». Παραιτείται, λοιπόν, από την προσπάθεια ο άνθρωπος που καταλαβαίνει, που αναζητά το κοινό καλό, που θέλει να αντισταθεί, και συναντιέται (σε επίπεδο αντίληψης) με τους εργατοπατέρες και τον ελιτισμό τους. Μόνο που δεν ανήκει στην ελίτ, όπως αυτοί, οι οποίοι εν τω μεταξύ συνεχίζουν τη διαλυτική τους «δουλειά» με το πεδίο ελεύθερο.

Είναι γεγονός ότι οι συνδικαλιστικές ηγεσίες δεν χαίρουν καμίας εκτίμησης, ούτε καν από αυτούς που τις αναδεικνύουν. Δεν αναδεικνύονται όμως στη βάση της εκτίμησης που χαίρουν αλλά στη βάση της αντίληψης που κυριαρχεί. Συνολικά, κυριαρχεί η υποταγή στην εργοδοσία, αλλά όχι από άποψη. Ακόμα κι αν καταλήγει σε «άποψη», αυτό είναι αποτέλεσμα μιας διαδικασίας απανωτών εκβιασμών, τους οποίους παράγει η ίδια η λειτουργία του συστήματος. Όσο λοιπόν οι εκβιασμοί μένουν αναπάντητοι και όσο η μόνη δυνατή απάντηση βρίσκεται σε συλλογικό επίπεδο, τόσο θεωρητικοποιείται (με τη βοήθεια κάθε αστικού ιδεολογήματος) η υποταγή σαν επιλογή. Το πεδίο του αγώνα, της αντίστασης και της διεκδίκησης είναι το μόνο στο οποίο μπορούν να αναζητηθούν απαντήσεις. Η «εναλλακτική» λοιπόν δεν βρίσκεται έξω και μακριά από τους εργαζόμενους και τις ανάγκες τους, αλλά μέσα σε αυτούς. Η καλύτερη καταδίκη της συμβιβαστικής κατεύθυνσης που προωθούν οι συνδικαλιστικές ηγεσίες είναι η μαζικοποίηση των αγώνων, της συλλογικής δράσης. Και αυτή την κατεύθυνση καλούμαστε καθημερινά να παλεύουμε με αποφασιστικότητα και εμπιστοσύνη στις λαϊκές και εργατικές δυνάμεις. Και με ακόμα μεγαλύτερη ένταση σε κάθε απεργιακή μάχη, με την επόμενη στις 28 Νοέμβρη.

Α.Π., εργαζόμενος στα ΕΛΠΕ

Προλεταριακή Σημαία - http://www.kkeml.gr/

ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ